Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταγγέλλει με δριμύτητα την πλουτοκρατία για την κοινωνική αδικία ....

Αναδημοσιεύω αποσπάσματα από την ομιλία του
ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚ. ΖΗΚΟΣ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Ν.ΑΧΑΪΑΣ, ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
ΠΑΤΡΑ, 30/1/2007

πατήστε εδώ για να διαβάσεται όλη την ομιλία.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

................................................................
Η διαρκής προσπάθεια για την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, για την άρση δηλαδή των συνθηκών της ανισότητας και της φτώχειας κάθε μορφής, των συνθηκών δηλαδή της δομικής βίας, ήταν και παραμένει υψίστη διακονία της Εκκλησίας.

Διακονίας που απορρέει από το ίδιο Ευαγγέλιο του Χριστού και την ευχαριστιακή πρόσληψη του ανθρώπου και του κόσμου. Και η Εκκλησία μας, στη μεγάλη της ώρα, στην ώρα των μεγάλων Πατέρων της που τιμάμε σήμερα, ήταν αξίως παρούσα σε αυτήν την προσπάθεια. Στους Τρεις Ιεράρχες, γράφει ένας μεγάλος στοχαστής, ο Νικόλας Μπερντιάγιεφ, η κοινωνική αδικία ως αποτέλεσμα της άνισης κατανομής του πλούτου κρίνεται με τέτοια δριμύτητα που δεν την είχαν ούτε και οι θεωρητικοί φιλόσοφοι του σοσιαλισμού στα πρώιμα έργα τους. Κι αυτό το διαπιστώνει κανείς εύκολα.. Αρκεί να ψηλαφίσει μερικούς και μόνο από τους πλέον βασικούς άξονες της κοινωνικής διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών.

Την κοινωνική αδικία οι Τρεις Ιεράρχες την χαρακτηρίζουν ως εκτροπή από τη φυσική τάξη των πραγμάτων, όπως αυτήν την είχε ορίσει ο Θεός. Ως εκτροπή δηλαδή από την ισότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι η ύπαρξη πλουσίων και φτωχών οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις αυθαιρεσίες των ισχυρών που φροντίζουν κιόλας να κατοχυρώσουν με νόμο τις αυθαιρεσίες τους. Αυτοί που αδικούν, δηλαδή οι δυνατοί, κατακτούν και την εκτελεστική εξουσία για να μην κινδυνέψει ποτέ να χαθεί ο εξ αρπαγής και λεηλασίας των αδυνάτων πλούτος τους. Φροντίζουν στη συνέχεια να περιτυλίξουν τα κλοπιμαία τους και όσα σφετερίστηκαν ελέω δυνάμεως, με νομικό περικάλυμμα, για να τους προσδώσουν μια τάχατες δικαιακή χροιά, ούτως ώστε να μην τολμάει πλέον κανείς να αμφισβητήσει το νέο ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Κοιτάνε δηλαδή πως να νομιμοποιήσουν τον εκ της αυθαιρεσίας τους προερχόμενο πλούτο.

.................................................................

Ο μέγας Ιεράρχης, σε μια επιτυχή αξονική τομογραφία της κοινωνικής κίνησης, αναδεικνύει τις εσωτερικές της αντιφάσεις και διαγιγνώσκει πως η κοινωνική αδικία είναι κοινωνική αρρώστια και δεν έχει καμιά σχέση με το Θεό. Είναι δομικό κοινωνικό πρόβλημα που σχετίζεται τόσο με τον τρόπο που λειτουργεί και αναπτύσσεται μια κοινωνία όσο και με το ποιόν των προσώπων που την διαχειρίζονται. Και διαφωτίζοντάς μας επαρκώς, μας επισημαίνει πως αυτοί που συσσώρευσαν τον πλούτο, έγιναν και ισχυροί πολιτικά, αρπάζοντας ή υφαρπάζοντας την εξουσία, με αποκλειστικό σκοπό να κατοχυρώσουν και με νόμο το προϊόν της αδικίας που διέπραξαν. Διασάλευσαν όμως την φυσική τάξη των πραγμάτων. Δεν βάζει καν όρους ηθικής για να περιγράψει το πρόβλημα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Νοιάζεται μόνο για το φυσικό ήθος των ανθρώπων. Για τον Θεολόγο Γρηγόριο η ανισότητα και η αδικία είναι ένα αφύσικο μέγεθος. Όχι μόνο ηθική, αλλά ούτε λογική βάση δεν υπάρχει για την κοινωνική ανισότητα κατά τον άγιο Ιεράρχη μας. Πρόκειται για την πλέον ριζική αμφισβήτηση τόσο του ίδιου του εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος στη βάση του όσο και κάθε προσπάθειας για τη νομιμοποίησή του.

.......................................................................

Όποτε κρατήσαμε ως Θεολογία αποστάσεις από το κοινωνικό περιεχόμενο του Ευαγγελίου, από την πατερική Θεολογία, από τη φυσική τάξη των πραγμάτων, όπως αποκαλεί τη δίκαιη κονωνική αργάνωση ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, καταντήσαμε δυστυχώς θρησκευτικό εποικοδόμημα, αντιστήριγμα δηλαδή της κυρίαρχης κοινωνικοοικονομικής τάξης πραγμάτων που διαχειρίζεται την κοινωνία. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, ο λαός μας απελπίζεται, ο Χριστός μας παραμένει καρφωμένος επάνω στο σταυρό κι οι άγιοί μας οδύρονται.

Όποτε όμως η Ορθοδοξία μας γίνεται γνήσια, δηλαδή αγιοπατερική, τότε ξαναβρίσκει το δρόμο της. Κόβει λοιπόν τους όποιους δεσμούς της με τις δυνάμεις της φθοράς και συντάσσεται με το δίκαιο. Πάει με τους πεινώντες και τους γυμνητεύοντες. Γίνεται του Χριστού. Αγαπώντας όμως όπως και Εκείνος τους εχθρούς της και ευλογώντας όπως και Εκείνος και όσους την καταρώνται. Επειδή δε θέλει κανένας να χαθεί. Η αγάπη και η συγχώρηση μπαίνουν στη διακονία της σωτηρίας του προσώπου. Αγκωνάρια και οι δυο του πλέον επαναστατικού μανιφέστου που είδε ποτέ η ανθρωπότητα. Που δρουν άμεσα και κατ’ ευθείαν στον πυρήνα του όντος, στην ψυχή του και γι αυτό ακριβώς μπορούν να τον μεταμορφώσουν.

Χρειάζεται όμως πρώτα να προηγηθεί η ψυχική μας διεύρυνση και η ανάπτυξη της κοινωνικής μας διάθεσης. Να σχετιστούμε μεταξύ μας «Ουδέν τω Θεώ περισπούδαστον ως το ηνώσθαι και συνδεδέσθαι ημάς αλλήλοις», τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Να σχετιστούμε και να κατανοήσουμε αλλήλους σε παροξυσμό αγάπης κατά την Παύλεια Υποθήκη. Τότε απαρτιώνεται ο Χριστός εντός μας, αγάλλεται η ψυχή των αγίων μας κι ο κόσμος γίνεται εκκλησιά. Δεν τα λέω εγώ αυτά. «Εμόν ερώ ουδέν» γράφει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Τούτα είναι των αγίων Πατέρων μας λόγια που οι ίδιοι τα εκάναν πράξη.

...................................................................

Δε σταματά λοιπόν η Εκκλησία στον χορτασμό των πεινώντων, αλλά προχωρά προς τον αγιασμό τους και τον αγιασμό όλων. Για να γίνει ο αγιασμός, γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον «Περί του κατά Θεόν πολιτεύεσθαι», χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να λογικευτούμε γιατί με τη στάση μας πολλές φορές φαινόμαστε «αλογώτεροι και αγριότεροι και αυτών ακόμα των θηρίων». Γράφει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιεράρχης: «Όταν γαρ τις σκιρτά μεν ως ταύρος, λακτίζει δε ως όνος, μνησικακεί δε ως κάμηλος και γαστριμαργεί μεν ως λύκος, πλήττη δε ως σκορπίος, ύπουλος δε ως η αλώπηξ, χρεμετίζη δε επί γυναιξίν ως ίππος θηλυμανής, πώς δύναται ο τοιούτος την υιώ πρέπουσαν αναπέμψαι φωνήν και πατέρα αυτού καλείν τον Θεόν; Τι ουν ονομάζεσθαι χρή τον τοιούτον; Θηρίον; Αλλά τα θηρία ενί τούτων των ελαττωμάτων κατέχεται. Ούτος δε πάντα συναγαγών εν εαυτώ και της εκείνων αλογίας γέγονεν αλογώτερος».

Ποια ευεργετική παρέμβαση μπορούμε να κάνουμε στα κοινωνικά πράγματα για αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης όταν η συμπεριφορά μας είναι «αλογώτερη και αγριότερη των θηρίων;». Η όποια παρέμβασή μας θα αποδειχθεί δαιμονιώδης αφού θα εδράζεται σε θεμέλια σαθρά. Τι είδους δίκαιη διαχείριση του παραγόμενου πλούτου της κοινωνίας μπορεί να κάνει ένας «αγριότερος των θηρίων» ας μην το σχολιάσουμε. Είναι πασιφανές. Έβλεπαν καθαρά αυτές τις αντιφάσεις οι άγιοι Ιεράρχες μας και τις κατήγγειλαν ανοικτά.

Δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με την οργανωμένη αδικία, τη διαφθορά και την υποκρισία των διοικούντων. Και στις πιο όμως οξείες καταγγελτικές τους στιγμές, προσπαθούσαν να συνετίσουν τους διοικούντες. Διέθεταν γι αυτό το απαραίτητο κύρος και πνευματικό ανάστημα, αλλά και ευρύτατη κοινωνική αποδοχή. Ήταν ηγέτες πραγματικοί και γνήσιοι ποιμενάρχες. Άξιοι καθ’ όλα γι αυτό και ο λαός τους αγαπούσε ως τα όρια της λατρείας. Την Εκκλησία την ήθελαν Οδηγό, Προστάτη και Υπηρέτη ταυτόχρονα του λαού.

Κατέκριναν τη σπάταλη διοίκηση εν μέσω λαού πένητος, ανυπόδητου και αναξιοπαθούντος, στον οποίο όμως είχαν διαμοιράσει και οι τρεις πριν γίνουν επίσκοποι όλην την περιουσία τους. «Ντρέπομαι» έλεγε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέποντας τέτοια σπατάλη από τη μια μεριά και από την άλλη τόση ανθρώπινη δυστυχία. «Την εξουσία –της έλεγε της διεφθαρμένης αυτοκράτειρας, της Ευδοξίας- την έχεις για να απονέμεις παντού δικαιοσύνη. Όσο ισχυρή κι αν είσαι, είσαι καπνός και όνειρο. Γι αυτό δώσε τέλος στη δυστυχία. Ούτε τα χρήματα, ούτε η δόξα της εξουσίας θα κατέβουν μαζί σου στον τάφο». Κι αυτή αντί να συνετιστεί, εξόρισε τον αγωνιστή άγιο Ιεράρχη μας στην Αρμενία, όπου και άφησε ο άγιος την τελευταία του πνοή τον Σεπτέμβρη του 407 από εξάντληση.

...................................................................

Μετάπλασε ο Μέγας Ιεράρχης την περιφέρειά του σε χώρο αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, σε χώρο κοινωνικής δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας έμπρακτα όλα τα θύματα της κοινωνικής αναλγησίας, χωρίς να ξεχωρίζει χριστιανούς και ειδωλολάτρες, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα και τους εκμεταλλευτές τους. Είναι εξαιρετικά δύσκολο κατά το μέγιστο Ιεράρχη να συσσωρευτεί πλούτος χωρίς να διαπραχθούν αδικίες και εκμετάλλευση ανθρώπων. «Ως πότε», αναρωτιέται στην ομιλία του προς «Πλουτούντας», «θα είναι παντοδύναμο το χρήμα, ως πότε θα κυβερνά ο πλούτος, η αιτία όλων των πολέμων, για τον οποίο κατασκευάζονται τα όπλα και ακονίζονται τα ξίφη;»


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΑΡΙΣΤΗ Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΑΥΤΉ...