Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Η παραβολή του Ασώτου Υιού

 Του Γέροντα Βασιλείου Ιβηρίτη

Πηγή: http://salograia.blogspot.gr/
[Ε´]

Τὸ ἀνανεούμενο βάσανο τοῦ πατέρα.

Συνάντηση μὲ τὸν πρεσβύτερο υἱὸ (σελ. 22-28)

Ἀπὸ τὸν μακρινὸ ἀγρό, ὅπου ἔβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ὁ νεώτερος υἱὸς καὶ μπῆκε στὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὸν ἀγρὸ τοῦ πατέρα ἐπέστρεψε ὀργισμένος ὁ πρεσβύτερος καὶ φανέρωσε τὴν κόλαση ποὺ κουβαλοῦσε μέσα του.

 «Ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν», ἀφοῦ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς δούλους τί γινόταν στὸ σπίτι.   Εἶναι ἀνανεούμενο βάσανο ἡ ζωὴ τοῦ πατέρα.  Μόλις τελειώνει ἡ μία δοκιμασία, ἀρχίζει ἡ ἄλλη. 

Ὅταν ὁ νεώτερος ἐπιστρέφη ἀπὸ τὴν ἀσωτεία, ὁ πρεσβύτερος, ποὺ μένει στὸ σπίτι, ἀρνεῖται νὰ μπῆ μέσα.


Κάθε μεγάλη μέρα ὁ πειρασμὸς δημιουργεῖ προβλήματα, προκαλεῖ ἀφορμὲς θλίψεως. 
Θέλει νὰ μολύνη τὴ χαρά, νὰ θολώση τὴν καθαρότητα τῆς γιορτῆς.  Νὰ μὴν ἀφήση καρδιὰ ἀπλήγωτη.  Ἀλλὰ ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς εἶναι ὠκεανὸς ἀγάπης καὶ ἀνοχῆς: «Ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν».Ὁ πατέρας γνωρίζει τὴν ἀρρώστια τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ του, ὅτι ζηλεύει καὶ φθονεῖ. 

Γι᾽ αὐτό, ἀπὸ ἀγάπη κινούμενος, μετριάζει τὶς ἐκδηλώσεις τῆς πατρικῆς του στοργῆς. Δὲν τρέχει –«δραμών»– ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ νεωτέρου, ἀλλὰ ἐξέρχεται βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο. 

Καὶ δὲν τὸν «καταφιλεῖ» –ἂν ἔκανε κάτι τέτοιο, θὰ τὸν κατέκαιγε, θὰ τὸν τάραζε ὁλόκληρο– οὔτε κὰν τὸν φιλεῖ. Μόνο τοῦ μιλᾶ παρακλητικά. Καὶ δέχεται καρτερικὰ ὅλα τὰ κύματα τῆς ὀργῆς τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ.

Σὰν νὰ εἶχε ἕτοιμη τὴν ἐπίθεση (ὅπως ὁ νεώτερος τὴν ἐξομολόγηση). Λὲς καὶ περίμενε τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξεσπάση, νὰ βγάλη ἔξω ὅσα μαζεύονταν καὶ ἔβραζαν μέσα του ὁλόκληρη σειρὰ ἐτῶν.

   «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι…» Δὲν τὸν ὀνομάζει καμιὰ φορὰ οὔτε τὸν βλέπει ὡς πατέρα, ἀλλὰ σὰν ἀφεντικό, καὶ μάλιστα ἄδικο.Τὸν ἑαυτό του τὸν ὑποτιμᾶ, τὸν βλέπει σὰν μισθωτὸ δοῦλο.  Μέσα σ᾽ ὅλην αὐτὴ τὴ νομικιστικὴ σχέση δικαιώνει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν ἑαυτό του καὶ καταδικάζει ἀπόλυτα τὸν πατέρα του.

 «Οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον».Εἶμαι ἐν τάξει πάντοτε. Εἶμαι ἄμεμπτος. Ποτὲ δὲν ἔσφαλα σὲ κάτι. Ἐσὺ ἀντίθετα εἶσαι ὁλοκληρωτικὴ ἀποτυχία. 

«Οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ». Ἐγὼ οὐδέποτε ἔκαμα κάτι κακό. Ἐσὺ οὐδέποτε ἔκαμες κάτι καλό. Τὸν ἀδελφό του δὲν τὸν ὀνομάζει ἀδελφό, ἀλλὰ γιὸ τοῦ πατέρα του

Καὶ τὸ σφάλμα τοῦ νεωτέρου, ποὺ δὲν τὸ ἔχει διορθώσει, δὲν εἶναι ὅτι πρόσβαλε τὸν πατέρα του, ἀλλὰ ὅτι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε περιουσία. 

Καὶ αὐτὸς πρῶτος καὶ μόνος κατηγορεῖ τὸν ἀδελφό του ὅτι κατέφαγε τὴν περιουσία «μετὰ πορνῶν». Ἡ πρώτη διόρθωση τοῦ πατέρα γίνεται μὲ τὴν προσφώνηση: 

«Τέκνον». Ἐσὺ δὲν μὲ καλεῖς πατέρα, ἐγὼ σὲ θεωρῶ καὶ σὲ ὀνομάζω παιδί μου. 

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο.  Δὲν εἶσαι δοῦλος μου, οὔτε καταδυναστευόμενός μου.           

Στὸ ἀρνητικὸ ἐπίρρημα "οὐδέποτε" τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ὁ πατέρας ἀντιπαραθέτει τὸ θετικὸ "πάντοτε": 

«Σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ».  Εἶσαι πάντοτε μαζί μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος, ἡ ἐλευθερία, ὁ πλοῦτος τοῦ υἱοῦ, τὸ ὅτι μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ἰω. η´ 35), μένει μὲ τὸν πατέρα μαζί. 

«Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ ἐστὶ». Καὶ στὴν αἴτηση τοῦ ἐλαχίστου καὶ μικροῦ –ἐριφίου– ἀπαντᾶ μὲ τὸ πάντα. «Πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστι».


Στὴν ὀργὴ καὶ στὸ μίσος ποὺ τὸν κατατρώει 
(«ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») 
ἀντιπαραθέτει τὸ «εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει», γιατί ὁ ἀδελφός σου ἀναστήθηκε καὶ σώθηκε.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ νεωτέρου υἱοῦ

 Στὸν νεώτερο υἱὸ ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως: «Ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστὸς» (Ἀποκ. γ´ 15).


Ὅταν ἔφυγε, ἦταν ἀπόλυτος ἀντάρτης: «συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν».

 Ἔπεσε μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁμαρτία. Τὰ ἔδωσε, τὰ ἔχασε ὅλα. Ὅταν ἔφτασε στὴν ἐσχάτη ἀνάγκη, «ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης».  Τὸ "ἐκολλήθη" δείχνει τὴν ὁλόψυχή του προσπάθεια νὰ πιαστῆ ἀπὸ κάποια σανίδα σωτηρίας.


Ὅταν ἐπέστρεφε, ἦταν τὸ ἴδιο θερμὸς καὶ ἀπόλυτος: 
ἦρθε νὰ ὁμολογήση ἀπερίφραστα τὴν ὁλική του ἀποτυχία  καὶ ἁμαρτία. Τὰ χάνει ὅλα τὴν πρώτη φορά. 

Προσφέρει τώρα ὅλο του τὸν ἑαυτό, ἔστω χαμένο καὶ νεκρὸ –πάντως ὅλο– στὸν πατέρα του· χωρὶς κανένα ἐνδοιασμό, χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη ἢ ὄρο.


Ἡ φιλαυτία –ἡ ἀρρωστημένη προσκόλληση στὸ ἐγώ μας– εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔπλασε, 
πρὸς τὴν πνοὴ ποὺ Αὐτὴ μᾶς φύσηξε στὰ σπλάγχνα. 

Γι᾽ αὐτὸ κάνοντας τὸ θέλημά του ἀντάρτικα ὁ νεώτερος γιός,  χάνει τὸν ἄξονα τῆς ζωῆς του, ἀθετεῖ τὴ φύση του,  καταστρέφει τὸν ἑαυτό του· βρίσκεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Μόλις «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του. 

Βρίσκει τὸν πατέρα του, ποὺ εἶναι ἀγάπη, ποὺ δὲν κλείνεται στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «δι᾽ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητας ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται … καὶ ἐν πᾶσι κατάγεται». Τὸν πατέρα ποὺ τρέχει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ ἀγκαλιάση τὸν νεώτερό του γιὸ ποὺ ἐπιστρέφει, καὶ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀπὸ τὴν ἴδια ἀγάπη κινούμενος,  γιὰ νὰ παρακαλέση τὸν πρεσβύτερο. Ἡ ἐκστατικὴ ἀγάπη –προσφορὰ στὸν Ἄλλον– μᾶς ὁδηγεῖ στὸν ἑαυτό μας. Βρίσκομε τὸ εἶναι μας καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἂν αὐτὴν ἔχωμε –ὅσο μακριὰ κι ἂν βρισκώμαστε– θὰ μᾶς φέρη στὸν Παράδεισο. Ἂν δὲν τὴν ἔχωμε –καὶ στὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου νὰ εἴμαστε– ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, τὸ μίσος, δὲν θὰ μᾶς ἀφήση νὰ μποῦμε, ἀλλὰ θὰ μᾶς πετάξη μακριά.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ

            Ὁ πρεσβύτερος νοσεῖ, ἔχει μέσα του κόλαση. 

Μόνο βάσανο καὶ ταραχὴ τοῦ προκαλεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πρὸς αὐτόν, ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τουςΔὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῆ ἐδῶ ἡ ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν» .  Μία τέτοια ἐπιμονὴ γιὰ εἴσοδο στὸν Παράδεισο σὲ ἄνθρωπο ποὺ ζηλοφθονεῖ, πολλαπλασιάζει τὸν δαιμονισμό. Τὸν βασανίζει περισσότερο.  Τοῦ κάνει τὴ ζωὴ ἀβάσταχτη κόλαση. Αὐτὸς μὲ σίγουρους συλλογισμοὺς  καὶ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα ἀνατρέπει ὅλα. Τὰ ἀποδεικνύει ἀπαράδεκτα.  Βρίσκει ἐνόχους καὶ καταδικαστέους  ὅσους συνέπραξαν γιὰ μία τέτοια γιορτή· γιὰ ἕναν παράδεισο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψη, νὰ σωθῆ, νὰ ζήση· γιὰ ἕνα πασχάλιο δεῖπνο, ὅπου «ὁ μόσχος πολὺς» καὶ ἀκούγεται ἡ κλήση: 

«Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως … τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος».  Δὲν ἀνέχεται τέτοιες καινοτομίες.  Δὲν μπορεῖ νὰ μπῆ σὲ τέτοιο κλίμα.  Δὲν ὑποφέρει «συμφωνίες καὶ χορούς».  Τοῦ εἶναι ξένο καὶ ἀπαράδεκτο τὸ γεγονός, ὁ Θεὸς νὰ ἀγκαλιάζη τὸν ἄσωτο ποὺ μετανοεῖ καὶ νὰ τοῦ χαρίζη «τὴν στολὴν τὴν πρώτην». Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ αὐτὴ τὴν ἀδικία, αὐτὴ τὴν προσβολὴ πρὸς τὴν «ἀλήθεια», τὴ «δικαιοσύνη».

Ὁ πατέρας μειλίχια τὸν προσκαλεῖ στὴ χαρά, στὸ εὐχαριστιακὸ τραπέζι. Καὶ εἶναι σὰν νὰ τοῦ ζητᾶ νὰ μπῆ στὴν κόλαση.  Φουντώνει μέσα του τὸ μίσος· καὶ ἀκούει τὴ στοργικὴ πρόσκληση τοῦ πατέρα σὰν ὀργισμένη ἀποπομπή.

Μήπως ὅλα αὐτὰ λένε κάτι γιὰ τὸ πῶς θὰ γίνη ἡ τελικὴ κρίση στὴ δευτέρα Παρουσία; Μήπως ἡ ὀργὴ («ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») κάνει τὴ μοχθηρὴ καρδιὰ νὰ βλέπη ὀργισμένο καὶ βλοσυρὸ τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ;

 Καὶ τὸ μίσος, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸ ἔχεινὰ μπῆ στὸ κοινὸ πανηγύρι τῆς χαρᾶς,  παραποιεῖ γι᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὴν πρόσκληση γιὰ τὸν Παράδεισο  σὲ ἀποπομπὴ πρὸς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο; 

Μήπως τὸ μίσος εἶναι κόλαση ποὺ κατατρώει τὰ σωθικά μας; Καὶ ἡ θεία ἀγάπη παράδεισος ποὺ μᾶς ἀναζωογονεῖ; 

Μήπως ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος γιὰ τοὺς σωσμένους, ὑγιεῖς, ποὺ ἀγαποῦν, ποὺ μετανοοῦν καὶ ἔχουν νοῦν Χριστοῦ;  Καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη εἶναι κόλαση γιὰ τοὺς ἀρρώστους,  δηλαδὴ γιὰ κείνους ποῦ δὲν ἀγαποῦν, δὲν μετανοοῦν, δὲν ἔχουν νοῦν Χριστοῦ;

Μήπως ἡ μία κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», θὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ ὅσους δὲν ἀγαποῦν, λόγῳ τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς ἀμετανοησίας τους: 

«Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον»· καὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου…»;


 Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν κρινόμαστε; 
Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὸ ποιά θέση θὰ πάρωμε τότε μόνοι μας; 

Δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν κρίση τῆς ἀγάπης; Δηλαδὴ γιὰ τὸ ἂν δεχώμαστε, ἂν ζοῦμε τὴν ἀγάπη ὡς παράδεισο ἢ ὡς κόλαση;

 ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια: