Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Όταν η ιατρική απεμπολεί το ρόλο της.

ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ;
Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ*
αναδημοσίευση από: http://www.alopsis.gr


O θάνατος είναι ένα βιολογικό φαινόμενο και πρέπει να έχει εφαρμογή σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, φυτικούς και ζωικούς. Τα κριτήρια του θανάτου, όμως, εί­ναι δυνατόν να είναι διαφορετικά για τους διά­φορους οργανισμούς. Το κατάλληλο κριτήριο θανάτου για τα θερμόαιμα ζώα είναι η οριστική διακοπή της κυκλοφορίας οξυγονωμένου αίμα­τος, η οποία ακολουθείται από απώλεια της ακεραιότητας των κυτταρικών μηχανισμών από τους οποίους εξαρτάται η ζωή και από την έναρξη της αποσύνθεσης.

Ο θάνατος των ανθρώπων είναι ένα αντι­κειμενικό βιολογικό φαινόμενο και είναι δυ­νατόν να ορισθεί ως η αμετάκλητη διακοπή της λειτουργίας του οργανισμού, θεωρουμέ­νου ως ενιαίου όλου. Το κατάλληλο κριτήριο διάγνωσης του θανάτου στον άνθρωπο είναι η μη αναστρέψιμη διακοπή της κυκλοφορίας οξυγονωμένου αίματος.

Όπως είναι γνωστό, μέχρι το έτος 1968 το κριτήριο διάγνωσης του θανάτου του αν­θρώπου ήταν η μη αναστρέψιμη διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος και της αναπνευστι­κής λειτουργίας.
Το έτος 1968 η ad hoc επιτρο­πή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Harvard των ΗΠΑ (Ad hoc Harvard Committee) εισηγήθηκε την αποδοχή ενός νέου, νευρολογι­κού, κριτηρίου θανάτου. Σύμφωνα με το κριτή­ριο αυτό, νεκροί είναι οι ασθενείς οι οποίοι ευρί­σκονται σε βαθύ, μη αντιδρών, απνοϊκό κώμα και στους οποίους δεν υπάρχει «ευδιάκριτη» δρα­στηριότητα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος («εγκεφαλικός θάνατος», «ε.θ.»).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο καθηγητής R. Adams -στον οποίο η προαναφερθείσα επι­τροπή ανέθεσε την εξεύρεση κατάλληλου νευ­ρολογικού κριτηρίου για το νέο (νευρολογικό) ο­ρισμό του θανάτου- έγραφε ότι στον «ε.θ.» υ­πάρχει πλήρης αδυναμία πρόσληψης ερεθισμά­των και απόκρισης σ'αυτά, η οποία αφορά όλες τις αποκρίσεις, δηλαδή του εγκεφάλου, του εγκεφαλικού στελέχους και του νωτιαίου μυελού. Ετσι, σύμφωνα με την επιτροπή του Harvard, οι «εγκεφαλικώς νεκροί» («ε.ν.») δεν εμφανίζουν κινήσεις ούτε οποιοδήποτε αντανακλαστικό.


• Ποιοι λόγοι επέβαλαν την αλλαγή της έννοιας του θανάτου;

Είναι πολύ ενδιαφέρον να γίνει γνωστό ότι οι λόγοι για τους οποίους η προαναφερθείσα επι­τροπή (Ad hoc Harvard Committee) εισήγαγε την έννοια του «ε.θ.» ήταν, πρώτον, για να ελατ­τωθεί το «φορτίο» των συγγενών και των Μο­νάδων Εντατικής θεραπείας (ΜEΘ) από τους ασθενείς αυτούς, οι οποίοι δεν είχαν προοπτική αποκατάστασης, και δεύτερον, γιατί, αν εξακο­λουθούσε να ισχύει το παλαιό κριτήριο θανά­του, θα υπήρχαν διαφωνίες για τη λήψη ζωτικών οργάνων από τους «ε.ν.» ασθενείς προς μετα­μόσχευση.

Ο πρόεδρος της ad hoc επιτροπής του Harvard, Henry Beecher, ήταν πολύ αποκαλυπτι­κός όταν έγραφε ότι η επιλογή του ορισμού του θανάτου είναι μια αυθαίρετη επιλογή και ότι ζωή είναι το να μπορείς να λειτουργείς.

Βλέπει επομένως σαφώς ο απροκατάληπτος μελετητής του θέματος ότι η έννοια του «ε.θ.», ως έννοια ταυτόσημη με το θάνατο, αναδύθηκε για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους. Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι, ήδη από το 1959, Γάλλοι ιατροί εί­χαν μεν περιγράψει την κλινική εικόνα του απνοϊκού, βαθέος μη αντιδρώντος κώματος με τη μεγάλη αιμοδυναμική αστάθεια, αλλά δεν ταύτιζαν την κατάσταση αυτή με το θάνατο του ανθρώπου.

Κριτήρια για τον ορισμό του «ε.θ.»:
Τα κριτήρια της επιτροπής του Harvard υπέστη­σαν τροποποιήσεις, και έτσι το 1981 ειδική ε­πιτροπή εμπειρογνωμόνων επί του θανάτου στις ΗΠΑ εισήγαγε τον «ενιαίο» ορισμό του θανάτου, σύμφωνα με τον οποίο ένας άν­θρωπος είναι νεκρός είτε με βάση το παλαιό καρδιο-αναπνευστικό κριτήριο είτε με βάση τη μη αναστρέψιμη απώλεια όλων των λει­τουργιών ολοκλήρου του εγκεφάλου, συ­μπεριλαμβανομένων και εκείνων του εγκε­φαλικού στελέχους.
Το 1971 εξάλλου, δύο νευροχειρουργοί στις ΗΠΑ (Mohandas & Chou) εισηγήθηκαν ότι η απώλεια των λει­τουργιών μόνο του εγκεφαλικού στελέχους είναι αναγκαία και επαρκής συνθήκη για να χαρακτηρισθεί ο άνθρωπος «ε.ν.». Την τελευ­ταία αυτή άποψη ασπάστηκε, με δύο διαδοχικές αποφάσεις της, τη δεκαετία του 1970, και η «αγ­γλική σχολή», αλλά και η χώρα μας, τόσο πα­λαιότερα όσο και πλέον πρόσφατα με το νόμο 2737/1998.

Σύμφωνα με το θεωρητικό της «αγγλικής σχο­λής» C. Pallis, «ο θάνατος ορίζεται ως η μη ανα­στρέψιμη απώλεια της ικανότητας για αυτόμα­τη αναπνοή σε συνδυασμό με τη μη αναστρέψι­μη απώλεια της ικανότητας για συνείδηση».

Από ετών, τέλος, συζητείται η καθιέρωση της θεωρούμενης απώλειας των ανώτερων διανοη­τικών λειτουργιών και της συνείδησης του αν­θρώπου ως αναγκαίου και επαρκούς κριτηρίου θανάτου, χωρίς να εξετάζεται εάν υπάρχουν φυτικές λειτουργίες στους ασθενείς αυτούς (higher brain formulation of death). Σύμφωνα με τους εισηγητές αυτού του κριτηρίου του θανά­του, ο θάνατος θα πρέπει ν' αντανακλά το θά­νατο του ανθρώπου ως προσώπου μάλλον, πα­ρά το θάνατο του ανθρώπου ως οργανισμού.

Εάν επικρατήσει αυτό το κριτήριο για τη διά­γνωση του «ε.θ.»,τότε νεκροί θα θεωρούνται ό­χι μόνον οι «ε.ν.», αλλά και οι ασθενείς οι οποίοι ευρίσκονται σε μόνιμη φυτική κατάσταση και, ενδεχομένως, όλοι οι βαριά απνοϊκοί ασθενείς, των οποίων η προσωπικότητα έχει πλήρως απο­διοργανωθεί.

Ενστάσεις στην έννοια του «ε.θ.»:
Μολο­νότι η έννοια του «ε.θ.» έχει γίνει αποδεκτή από πλείστους ερευνητές σ' όλο τον κόσμο, έχουν εκ­φρασθεί και αντίθετες απόψεις, τόσο παλαιότε­ρα όσο και πρόσφατα. Έτσι έχει υποστηριχθεί ό­τι η έννοια του «ε.θ.», τόσο αυτή που στηρίζεται στη (θεωρούμενη) μη αναστρέψιμη απώλεια μόνο των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέ­χους (Αγγλία, Ελλάδα) όσο και αυτή που στηρί­ζεται στη (θεωρούμενη) μη αναστρέψιμη απώ­λεια όλων των λειτουργιών ολόκληρου του ε­γκεφάλου (ΗΠΑ), είναι μια έννοια χωρίς ακριβή κλινική ή παθολογοανατομική βάση και γι' αυτόν το λόγο τα κριτήρια διαγνώσεώς του είναι αυ­θαίρετα, και ότι οι «ε.ν.» δωρητές οργάνων, με οποιοδήποτε εκ των προαναφερθέντων κριτη­ρίων, δεν είναι νεκροί.

Ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανε­πιστημίου του Harvard, Robert Truog, υποστηρί­ζει ότι η έννοια του «ε.θ.» παραμένει ασυνάρτη­τη στη θεωρία και συγκεχυμένη στην πράξη, ενώ ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι ο «ε.θ.» είναι έννοια διαφορετική απ' εκείνη του θανάτου του ανθρώπου και ότι επινοήθηκε για την απόκτηση οργάνων για μεταμοσχεύσεις.
Την ίδια θέση, ότι δηλαδή η αιτία της εφεύρεσης (ή επινόησης) του «ε.θ.» ήταν η ανάγκη για εξοικονόμηση ορ­γάνων για μεταμοσχεύσεις, διατυπώνει πρό­σφατα και ο εκδότης του παγκοσμίως γνωστού ιατρικού περιοδικού «British Medical Journal».

«Εγκεφαλικώς νεκροί» ασθενείς που υποστη­ρίζονται σε ΜΕΘ διατηρούν τη λειτουργία της κυκλοφορίας του αίματος και διάφορες υπολει­πόμενες λειτουργίες του ΚΝΣ, αφομοιώνουν τροφές, διατηρούν τις λειτουργίες της ούρησης και της αφόδευσης, επουλώνουν τραύματα, κυοφορούν (έχουν παραμείνει μέχρι 3,5 μήνες στις ΜΕΘ) και γεννούν με καισαρική τομή βιώσι­μα νεογνά.


• Υπάρχουν υπολειπόμενες λειτουργίες του εγκεφάλου σε «ε.ν.» ασθενείς;

Κατά τη διάρκεια των 34 ετών αφ' ότου ως νέο κριτήριο θανάτου ορίστηκε η έννοια του «ε.θ.» έχουν υπάρξει πάρα πολλές μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες έχουν παρατηρηθεί σε «ε.ν.» ασθενείς τα παρακάτω:

v Ύπαρξη υποθαλαμικών-ενδοκρινικών λει­τουργιών, όπως π.χ. διατήρηση του ισοζυγίου του ύδατος, διατήρηση σταθερής της θερμοκρασίας του ασθενούς κ.λπ.

v Διατήρηση σταθερής αιμοδυναμικής κα­τάστασης, συνήθως για λίγες ημέρες και σπανιότερα για εβδομάδες ή και μήνες.

v Διατήρηση πραγματικής ηλεκτροεγκεφαλογραφικής δραστηριότητας, η οποία επέ­μενε μέχρι 168 ώρες από τη διάγνωση του «ε.θ.». Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις υ­πάρχει πραγματική ηλεκτροεγκεφαλογραφική δραστηριότητα τουλάχιστον για λίγες ημέρες, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν δυ­νατόν ν' αναδειχθεί η ύπαρξη εγκεφαλικής αιματικής ροής.

v Ύπαρξη εγκεφαλικής αιματικής ροής, η οποία αναδεικνύεται καλύτερα με τη χορήγηση λιπόφιλων ραδιοφαρμάκων, τα οποία προσλαμβά­νονται από ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρα (Τc99m-HMPAO) στα εγκεφαλικά ημισφαίρια, στην παρεγκεφαλίδα και το εγκεφαλικό στέλεχος ή στα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου.

v Μερικοί «ε.ν.» ασθενείς, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής τομής για λήψη των οργάνων τους, εμφανίζουν σαφή αιμοδυναμική απόκρι­ση, υπό την έννοια ανάπτυξης ταχυκαρδίας και αύξησης της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Έχει επίσης παρατηρηθεί σε «ε.ν.» ασθενείς ά­νοιγμα των οφθαλμών με ελάχιστη ανύψωση των βλεφάρων (ώστε ν' αποκαλύπτεται η αρχή της ίριδας) σαν απάντηση σε επώδυνα ερεθί­σματα.

v Πολλοί «ε.ν.» ασθενείς (μέχρι 75%) εμφανί­ζουν αυτόματες κινήσεις (αργή ανύψωση των βραχιόνων - ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο - ρυθμική κάμψη του ισχίου και του γόνατος, στροφή της κεφαλής προς τη μία πλευρά, σταύ­ρωμα των χειρών στο στήθος, κινήσεις των χει­ρών προς τον τράχηλο και την κάτω γνάθο, προσπάθεια να καθίσουν στο κρεβάτι τους κ.λπ.) συνήθως λίγα λεπτά μετά την προσωρινή ή οριστική αποσύνδεση από τον αναπνευστήρα, ακόμη όμως και στο νεκροτομείο.

Οι κινήσεις αυτές, που ονομάζονται «σημείο του Λαζάρου», έχουν χαρακτηρισθεί «σύνθε­τες νωτιαίες αποκρίσεις» ή «σύνθετα νωτιαία αντανακλαστικά», αλλά Αμερικανοί ερευνητές σχολιάζουν ότι δεν πρόκειται περί γνωστών α­ντανακλαστικών. Επιπροσθέτως, τόσο σύμφω­να με τα κριτήρια της επιτροπής του Ηarvard ό­σο και με τα κριτήρια της Μinnesota, δεν πα­ρατηρούνται αυτόματες κινήσεις σε «ε.ν.» α­σθενείς.

Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι οι κινήσεις αυ­τές χαρακτηρίστηκαν σχετικώς πρόσφατα, από τον καθηγητή Fred Plum, «συντονισμένες», «ημισκόπιμες» και «ημικατευθυνόμενες», διότι δίνουν σαφώς την εντύπωση ότι ενέχουν κάποιο σκο­πό. Επειδή μάλιστα οι κινήσεις αυτές είναι «ενο­χλητικές», όταν συμβαίνουν κατά την εγχείρηση για λήψη οργάνων από «ε.ν.» ασθενείς, συνι­στάται να χορηγούνται παραλυτικά φάρμακα, για να μην εκλύονται οι κινήσεις αυτές.

v Έχει παρατηρηθεί σε «ε.ν.» η ύπαρξη ορισμέ­νων αντανακλαστικών του εγκεφαλικού στελέ­χους, όπως είναι το αντανακλαστικό του μασητήρος, το στοματικό αντανακλαστικό, πλέον δε πρόσφατα και άλλες κινήσεις, αλλά συχνά και δακρύρροια κατά τη διάρκεια της τομής για λή­ψη οργάνων από τους ασθενείς αυτούς. Τα ευ­ρήματα αυτά ακυρώνουν τη διάγνωση του «ε.θ.», δεδομένου ότι το εγκεφαλικό στέλεχος στους «ε.ν.» θεωρείται νεκρό, ενώ δεν είναι, α­φού παρατηρούνται αντανακλαστικά τα οποία εδράζονται στο εγκεφαλικό στέλεχος.

v Για τη διάγνωση του θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους ελέγχονται έξι αντανακλαστικά, από τα οποία σπουδαιότερο είναι το αντανα­κλαστικό της άπνοιας, που ελέγχεται με τη δοκι­μασία της άπνοιας. Η δοκιμασία της άπνοιας στηρίζεται σε ανεπαρκή δεδομένα και είναι δυνατόν να είναι καθεαυτήν βλαπτική για έ­να ήδη τόσο βεβλαμμένο εγκέφαλο ή ακόμη είναι δυνατόν ν' αποδειχθεί θανατηφόρος. Δεδομένου μάλιστα ότι η προαναφερθείσα δοκιμασία δεν έχει δυνητικό όφελος για τον ελεγχόμενο ασθενή, θεωρείται ότι η χρησι­μοποίηση της είναι σαφώς ανήθικη.

Ο ουδός (το κατώφλι) του διοξειδίου του άνθρακος στο αρτηριακό αίμα, για να χα­ρακτηριστεί η δοκιμασία αυτή θετική (παθο­λογική), είναι τα 50mm Ηg στην Αγγλία, τα 50-55 στον Καναδά, τα 60 στις ΗΠΑ, ενώ πρόσφατα γίνεται σύσταση ο ουδός αυτός να είναι μεγαλύτερος από 100 mmHg, διότι υπήρξαν περιπτώσεις «ε.ν.» ασθενών οι οποί­οι εμφάνισαν αυτόματη αναπνοή σε τιμές διοξειδίου του άνθρακος πολύ πάνω από τα 60 mm Hg30. Και ο χρόνος όμως της απνοϊκής ο­ξυγόνωσης του ασθενούς ποικίλλει στα διάφο­ρα πρωτόκολλα από 3-20 min.

Περαιτέρω, όπως αναγράφεται πρόσφατα, στο 41 % των χωρών ανά τον κόσμο (και στην Ελλάδα) η δοκιμασία της άπνοιας δεν εκτελεί­ται επαρκώς σωστά (σύμφωνα με τις υποδείξεις της Αμερικανικής Νευρολογικής Ακαδημίας).

v Εχει παρατηρηθεί η ύπαρξη προκλητών δυνα­μικών του εγκεφαλικού στελέχους σε μικρό α­ριθμό «ε.ν.» ασθενών, εύρημα το οποίο επίσης ακυρώνει τη διάγνωση του «θανάτου του εγκε­φαλικού στελέχους».

Τέλος, σε μικρό αριθμό «ε.ν.» παιδιατρικών α­σθενών έχει πράγματι παρατηρηθεί μερική α­νάκτηση των λειτουργιών του ΚΝΣ, η οποία δια­τηρήθηκε από λίγες ημέρες μέχρι λίγους μήνες.


• Υπάρχει συνείδηση στους «ε.ν.» ασθενείς;

Σύμφωνα με την κλασική Νευρολογία η συ­νείδηση του ανθρώπου διακρίνεται στην εγρήγορση («arousal») και στο περιεχόμενο της συ­νείδησης (content of consciousness). Σύμφωνα εξάλλου με τον προαναφερθέντα ορισμό του C. Pallis, ο οποίος ισχύει και στην Ελλάδα, ο θά­νατος ορίζεται ως «η οριστική απώλεια της ικα­νότητας για συνείδηση, σε συνδυασμό με την ο­ριστική απώλεια της ικανότητας για αυτόματη αναπνοή». Πρέπει να διευκρινισθεί ότι «η οριστι­κή απώλεια της ικανότητας για συνείδηση», ό­πως διευκρινίζεται από τον εισηγητή της C. Pallis, αφορά μόνο την εγρήγορση.

Το περιεχόμενο της συνείδησης δεν είναι δυ­νατόν να επισκοπηθεί και να ελεγχθεί σήμερα α­πό την Ιατρική επιστήμη με οποιαδήποτε ιατρική δοκιμασία, διότι αυτό είναι μια υποκειμενική ε­μπειρία. Ο περιορισμός αυτός ισχύει πολύ πε­ρισσότερο στις περιπτώσεις των «ε.ν.» ασθενών, όπου φαίνεται ότι η εγρήγορση είναι καταργη­μένη και επομένως δεν υπάρχει πρόσβαση στο περιεχόμενο της συνείδησης.

Aξίζει να σημειωθεί ότι, υπ' αυτές τις προϋπο­θέσεις, ο προαναφερθείς ισχύων ορισμός του θανάτου στη χώρα μας είναι δυνατόν να είναι επαρκής για ζώα, τα οποία κατά τεκμή­ριο στερούνται του περιεχομένου της συνεί­δησης (υπό την έννοια των προσωπικών αυτοσυνείδητων εμπειριών, σκέψεων, γνώσεων που έχουν αποκτηθεί, αποφάσεων, σχεδίων και μελλοντικών επιδιώξεων, αισθημάτων κ.λπ.), αλλ’ όχι για ανθρώπους, αφού δεν ε­ξετάζεται το τι συμβαίνει με το περιεχόμενο της συνείδησης.

Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό ότι η διάγνωση του θανάτου του ανθρώπου «στηρίζεται» σε μια αναπόδεικτη υπόθεση, ό­τι δηλαδή δεν υπάρχει περιεχόμενο της συ­νείδησης, ενώ αυτό δεν είναι δυνατόν ν' απο­δειχθεί.

Στο Β' Παγκόσμιο Συμπόσιο για τον «ε.θ.», το οποίο έγινε το 1996, τονίσθηκε από τη γερμανι­κή αντιπροσωπεία ότι «ασθενείς σε βαθιά κω­ματώδη κατάσταση με κατεστραμμένο εγκεφα­λικό στέλεχος, που πληρούσαν όλα τα κριτήρια θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους αλλά με διατηρημένα τα εγκεφαλικά ημισφαίρια, θα ή­ταν δυνατόν να σκεφθούν, αισθανθούν κ.λπ.».
Οι σημαντικές εξάλλου δυσχέρειες στην ορθή διάγνωση του «ε.θ.» καταδεικνύονται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους Goudreau και συν., λιγότερο από 15% των ιατρών εκτελούσαν επαρκώς τη βασική, για τη διάγνωση του «ε.θ.», δοκιμασία της άπνοιας στο Colorado και την California και ότι, σύμφωνα με τον καθηγητή Wijdicks, σε σύνολο 93 «ε.ν.» παιδιών, τα οποία νοσηλεύονταν σε ΜΕΘ στις ΗΠΑ, στο 22% εξ αυτών η διάγνωση του «ε.θ,» ήταν εσφαλμένη.

Απ' όλα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο «ε.θ.» δεν ταυτίζεται με το θάνατο του ανθρώπου.
Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι στους «ε.ν.» ασθενείς υπάρχουν υπολειπόμενες λειτουργίες του εγκεφάλου και σχεδόν πλήρεις λειτουργίες του υπόλοιπου σώματος με την κα­τάλληλη υποστήριξη στις ΜΕΘ και ότι η διά­γνωση του «ε.θ.», τουλάχιστον στο μέρος που α­φορά τη μη ύπαρξη περιεχομένου της συνείδη­σης, στηρίζεται σε μια αναπόδεικτη υπόθεση.


«Εγκεφαλικός θάνατος» και μεταμοσχεύσεις οργάνων


Όπως έγινε εμφανές από το πρώτο δημοσίευ­μα της ad hoc επιτροπής του Harvard, το 1968, για το θέμα του «ε.θ.» και επιβεβαιώθηκε και στην Ελλάδα με τους σχετικούς νόμους που α­κολούθησαν, η έννοια του «ε.θ.» συνδέθηκε εξαρχής με τις μεταμοσχεύσεις. Όπως μάλιστα προαναφέρθηκε, διάφοροι ερευνητές θεωρούν ότι ο «ε.θ.» είναι έννοια διαφορετική απ' ε­κείνη του θανάτου του ανθρώπου και ότι ε­πινοήθηκε για την απόκτηση οργάνων για μεταμοσχεύσεις.

Άλλοι θεωρούν ότι αποδεκτές είναι μόνον οι μεταμοσχεύσεις που γίνονται αφιλοκερ­δώς, από υγιείς δωρητές εν ζωή, και αφο­ρούν είτε διάφορους ιστούς είτε τον ένα νεφρό, τμήμα του ήπατος ή των πνευμό­νων. Οι προαναφερθείσες μεταμοσχεύσεις προϋποθέτουν, οπωσδήποτε, την ελεύθερη συγκατάθεση του δωρητή, αφού προηγη­θεί ενημέρωση για τις πιθανές βραχυπρό­θεσμες ή μακροπρόθεσμες συνέπειες αυ­τής της δωρεάς,

Η χώρα μας είναι από τις πρώτες χώρες σ' αυτού του είδους τις μεταμοσχεύσεις, οι οποί­ες χαρακτηρίζονται από υψηλό αίσθημα φι­λαλληλίας και αγάπης για τον πάσχοντα συνάν­θρωπο. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι σε πρόσφατη έκκληση από τα Μέσα Μαζικής Ενη­μέρωσης προσφέρθηκαν τέσσερις εθελοντές να δωρίσουν τμήμα του ήπατος τους σε παιδάκι που το είχε άμεση ανάγκη. Με έκπληξη, όμως, οι υπο­ψήφιοι δωρητές πληροφορήθηκαν ότι ο ισχύων νόμος στη χώρα μας, ο 2737/1999, δεν επιτρέπει μεταμοσχεύσεις από μη συγγενείς δωρητές.

Οι μεταμοσχεύσεις, όμως, από «εγκεφαλικώς νεκρούς» προσκρούουν στο ηθικό δίλημμα ότι οι ασθενείς αυτοί, σύμφωνα με τα προανα­φερθέντα, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρι­σθούν νεκροί. Βέβαια, κάθε κοινωνία είναι δυ­νατόν να νομοθετεί και να μεταθέτει τα όρια της ζωής και του θανάτου κατά το δοκούν, με την προϋπόθεση, όμως, ότι έχει ενημερώσει ε­παρκώς τους πολίτες της και έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση τους.

Φρονούμε ότι και στην προκειμένη περίπτωση, η έλλειψη κλινών στις ΜΕΘ και η έλλειψη οργά­νων για μεταμοσχεύσεις δεν αποτελούν επαρ­κείς λόγους για αλλαγή της έννοιας του θανά­του, διότι το τίμημα αυτού του εγχειρήματος εί­ναι ανυπολόγιστο. Οι προτάσεις που έχουν γίνει για νομοθετική ρύθμιση της αγοραπωλησίας και άλλων οικονομικών συναλλαγών, που αφορούν τη διάθεση ανθρωπίνων οργάνων, ίσως δεν εί­ναι οι σοβαρότερες συνέπειες. Σε διάφορες χώ­ρες έχει ήδη νομοθετηθεί η «τεκμαιρόμενη συ­ναίνεση», ενώ υποστηρίζεται και η άποψη ότι τα όργανα των πολιτών αποτελούν «εθνικό πλού­το» και επομένως είναι στη διάθεση, με την κα­θιέρωση σχετικής νομοθεσίας, των εκάστοτε κρατούντων!!!

Η πρόσφατα εφαρμοζόμενη πρακτική των με­ταμοσχεύσεων από «δωρητές», των οποίων έ­χει σταματήσει η καρδιακή λειτουργία (non-heart beating donors) είτε αυτόματα (χωρίς να έχει γίνει προσπάθεια καρδιοπνευμονικής αναζω­ογόνησης) είτε κατόπιν άρσης της θεραπευτικής αγωγής του ασθενούς (με τη συγκατάθεση του ίδιου ή του περιβάλλοντος του) συνιστά στην πραγματικότητα μία συγκεκαλυμμένη μορφή ευθανασίας σε συνδυασμό με την «τεκμαιρόμε­νη συναίνεση», σε ορισμένες τουλάχιστον περι­πτώσεις.

Εάν, τέλος, επικρατήσει, όπως διαφαίνεται, ως κριτήριο «ε.θ.» η θεωρούμενη απώλεια των α­νώτερων διανοητικών λειτουργιών και της προ­σωπικότητας του ανθρώπου, τότε θα χαρα­κτηρίζουμε νεκρούς -και θα χρησιμοποιούνται ως «αναλώσιμα υλικά»- ακόμη και ασθενείς που έχουν δική τους αυτόματη αναπνοή. Ήδη, άλλωστε, ο όρος «υλικό» άρχισε να χρησιμο­ποιείται για τα έμβρυα, με σκοπό τη νομική κά­λυψη των πειραμάτων για δημιουργία οργά­νων με την τεχνική της (θεραπευτικής) κλωνοποίησης!

Είναι επαρκώς ενημερωμένες οι συντεταγμέ­νες εξουσίες, αλλά και οι Έλληνες πολίτες, για ό­λες αυτές τις δυνητικές συνέπειες;


* Αναπληρωτής καθηγητής Α.Π.Θ, διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Ιατρικής του Ιατρικού Τμήματος του Α.Π.Θ., ΓΠΝ Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: