Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ

Μητρ. Σισανίου & Σι­α­τί­στης κ. Παῦλος

Ὁ, νῦν, σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Σισανίου & Σι­α­τί­στης ­ἀποφα­σί­ζον­τας νὰ μᾶς μι­λή­σει γιὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, μᾶς μι­λᾶ γιὰ τὰ πάν­τα: Συν­δέ­ει τὴν ἀ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ μὲ τὴν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ μᾶς βο­η­θᾶ νὰ δι­α­κρί­νου­με τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς προ­πα­το­ρι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὡς μιὰ δι­α­δο­χὴ γε­γο­νό­των ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται σφαι­ρι­κώ­τε­ρα, βα­θύ­τε­ρα καὶ ἐν τέ­λει ἀ­κρι­βέ­στε­ρα ἀ­πὸ ὁ­ποια­δή­πο­τε ἄλ­λη αὐ­τὸ κα­θ­αυ­τὸ τό, τρέ­χον, ἱ­στο­ρι­κό μας πα­ρόν!
Ἐκ­φω­νή­θη­κε στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, στὴν Κύπρο.





Οἱ ἑ­ορ­τὲς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δὲν κα­θο­ρί­στη­καν τυ­χαῖ­α ἀλ­λὰ ἔ­χουν ἄ­με­ση σχέ­ση μὲ τὴ δι­κή μας ζω­ή. Εἶ­ναι μνῆ­μες καὶ μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­λή­θειας καὶ ζω­ῆς. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μαποὺ γεν­νι­έ­ται εἶ­ναι πό­σο κα­τα­λα­βαί­νο­με αὐ­τὲς τὶς γι­ορ­τές, πό­σο συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με ὅ­τι ὅ­λα τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι σταθ­μοὶ τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς καὶ ἱ­στο­ρί­ας, μᾶς ἀ­φο­ροῦν ἄ­με­σα καὶ προ­σω­πι­κά. Καὶ τοῦ­το για­τί ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­ναι μό­νο ὁ τέ­λει­ος Θε­ὸς ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ ὁ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος. Ὅ,τι, λοι­πόν, ἀ­φο­ρᾶ τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­φο­ρᾶ τὴ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸ Χρι­στὸ ἔ­χει ἄ­με­ση προ­έ­κτα­ση στὴ δι­κή μας ζω­ή. Τὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τῶν ποι­μέ­νων της εἶ­ναι νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ φα­νε­ρώ­σουν τὶς δι­α­στά­σεις αὐ­τῶν τῶν γε­γο­νό­των, μέ­σα στὴν προσω­πι­κή μας ζω­ὴ καὶ ἱ­στο­ρί­α.
Σὲ λί­γες μέ­ρες ἑ­ορ­τά­ζου­με τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς τῆς ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καὶ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ: τὰ Χρι­στού­γεν­να. Γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς γι­ορ­τῆς πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.  Ἀπ­ὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας. Καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἡ  ἀ ­γ ά ­π η  τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.  Εἶ­ναι ὁ τρι­α­δι­κὸς Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή, ἡ αἰ­τί­α, τὸ νό­η­μα καὶ τὸ τέ­λος τῶν πάν­των. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ εἶ­πε καὶ ἔ­γι­ναν τὰ πάν­τα, αὐ­τὸς ποὺ ἐ­νε­τεί­λα­το καὶ ἐ­κτί­σθη­σαν.
Ἡ κλήση κι ἡ ἄρνηση
Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Δὲνμᾶς λέ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀ­γά­πη, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ  κ ο ι ­ ν ω ­ν ί ­α  π ρ ο­ σ ώ ­π ω ν.  Ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­γα­πη­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος θέ­λει νὰ κα­λέ­σεικαὶ ἄλ­λα πρό­σω­πα, συμ­μέ­το­χα αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Ὅ­πως – θὰ λέγαμε, στὰ ἀν­θρώ­πι­να δε­δο­μέ­να – δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται θέ­λουν σ’ αὐ­τὴ τὴν ὄ­μορ­φη κοι­νω­νί­α τοῦ γά­μου τους, τῆς ἀ­γά­πης τους, νὰ ἔ­χουν συμ­μέ­το­χους τὰ παι­διά τους, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὁ Θε­ός,ποὺ εἶ­ναι ἀ­γά­πη, δη­μι­ουρ­γεῖ στὴν ἀρ­χὴ τοὺς ἀγ­γέ­λους καὶ με­τὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ἔ­τσι λοι­πόν, ἡ αἰ­τί­α τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ τρι­α­δι­κὸς Θε­ός μᾶς κα­λεῖ νὰ ζή­σου­με μα­ζί του, στὴ δι­κή του κοι­νω­νί­α. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μᾶς βά­ζει στὸν πα­ρά­δει­σο. Καὶ πα­ρά­δει­σος δὲν εἶ­ναι τό­σο πο­λὺ ἕ­νας τό­πος ὅ­σο ἕ­νας τρό­πος ζω­ῆς. Εἶ­ναι τὸ νὰ ζεῖς μα­ζὶ μὲτὸ Θε­ό, νὰ με­τέ­χεις στὴ ζω­ή του, νὰ συ­να­να­στρέ­φε­σαι μὲ τὸ Θε­ό. Ταυ­τό­χρο­να, ὁ Θε­ὸς ποὺ εἶ­ναι ἀ­γά­πη φα­νε­ρώ­νει στὸν ἄν­θρω­πο τὰ σύ­νο­ρα τῆς ζω­ῆς – πού, ὅ­ταν τὰ δια­βεῖ, ἐ­κεῖ τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ θά­να­τος. Ποι­ά εἶ­ναι τὰ σύ­νο­ρα τῆς ζω­ῆς; Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι! Ἂν ὁ ἄν­θρω­πος δο­κι­μά­σει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, νὰ χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ θά­να­τος. Δ ὲ ν  ὑ ­π ά ρ ­χ ε ι  ὁ  θ ά ­ν α ­τ ο ς  ἀ ­φ’   ἐ α υ ­τ ο ῦ. Εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σης, αὐ­τῆς τῆς αὐ­το­νο­μί­ας. Ὅ­πως τὸ χέ­ρι μας, ἅ­μα τὸ ἀ­πο­σπά­σου­με ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα νε­κρώ­νε­ται, ὅ­πως τὸ κλα­δὶ ἅ­μα τὸ κό­ψου­με ἀ­π’τὸ δέν­δρο ξε­ραί­νε­ται, για­τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ φυ­σι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος τῆς ζω­ῆς του, ἔ­τσι καὶ ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς τὸ Θε­ό. Για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ‘‘δο­μι­κὸ­’’ στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀν­θρώ­που. Θὰ λέ­γα­με πο­λὺ ἁ­πλά, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ‘‘ὑ­λι­κὰ­’’ ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε. Πό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε ψυ­χὴ ζῶ­σα; Ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τὸπρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ὴν ζω­ῆς. Ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, γί­νε­ται πρό­σω­πο, ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ  μ ε ­τ έ χ ε ι  στὴ ζω­ὴ τοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τὸ ὁ Θε­ὸς τὸν πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι,τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ δο­κι­μά­σεις νὰ φᾶς ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ αὐ­τοῦ τοῦ δέν­δρου, θὰ πε­θά­νεις.Δὲν τὸν ἀ­πει­λεῖ ὁ Θε­ὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ἁ­πλὰ τοῦ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι  δ ὲ ν  ὑ π ά ρ ­χ ε ι  ζ ω ὴ  ἔ ξ ω  ἀ π ὸ  τ ὸ ν  Θ ε ­ό. Ὅ­ταν λέ­τε στὸ μι­κρό σας τὸ παι­δί, παι­δί μου μὴ δο­κι­μά­σεις νὰ πη­δή­ξεις ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα για­τί ἂν πη­δή­ξεις θὰ σκο­τω­θεῖς, δὲν ἀ­πει­λεῖ­τε νὰ τὸ σκο­τώ­σε­τε, ἀλ­λὰ τὸ ἐ­νη­με­ρώ­νε­τε γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ τά­ξη τῶν πραγ­μά­των. Κι ὅ­πως ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­γνο­ή­σει αὐ­τὴ τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ δο­κι­μά­σει νὰ πη­δή­ξει γιὰ νὰ πε­τά­ξει ψη­λά, πέ­φτει καὶ συν­τρί­βε­ται, ἔ­τσι καὶ ὁ ἄν­θρω­πος δο­κί­μα­σε νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Δο­κί­μα­σε νὰ θε­ω­θεῖ – ἀλ­λὰ χω­ρὶς τὸ Θε­ό. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πα­γί­δα ποὺ τοῦ ἔ­στη­σε ὁ δι­ά­βο­λος.
Ἔ­χει ση­μα­σί­α νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με αὐ­τὴ τὴν πα­γί­δα, για­τί δὲν εἶ­ναι πα­γί­δα γιὰ τὸν πρῶ­το ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο. Τί ὑ­πό­σχε­ται, ποι­ό ‘‘τέ­λο­ς’’ δί­νει ὁ Θε­ὸς στὸν ἄν­θρω­πο; Τὸν δη­μι­ουρ­γεῖ κα­τ’ εἰ­κό­να καὶ κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν. Τὸν κα­λεῖ δη­λα­δὴ νὰ γί­νει μέ­το­χος τῆς θεί­ας ζω­ῆς, νὰ θε­ω­θεῖ! Τί τοῦ ὑ­πό­σχε­ται ὁ δι­ά­βο­λος; Τὸ ἴ­διο τέ­λος, τὴ θέ­ω­ση, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λο δρό­μο: τὸ χω­ρι­σμὸ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τὴν αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Τὴν ἡ­μέ­ρα, τοῦ λέ­γει, ποὺ θὰ φᾶς ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ αὐ­τοῦ τοῦ δέν­δρου, δη­λα­δὴ ποὺ θὰ ἀ­γνο­ή­σεις τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, θ’ ἀ­νοί­ξουν τὰ μά­τια σου καὶ θὰγί­νεις καὶ σὺ Θε­ός. Καὶ πεί­θε­ται ὁ ἄν­θρω­πος… Καὶ δο­κι­μά­ζει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ. Καὶ ἀν­τὶ πλέ­ον νὰ σω­θεῖ, ἀν­τὶ νὰ θε­ω­θεῖ, πέ­φτει ἀ­πὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς θεί­ας ζω­ῆς στὸ ἐ­πί­πε­δό του πό­νου, τῆς φθο­ρᾶς, τῆς ἀρ­ρώ­στιας καὶ τε­λι­κὰ τοῦ θα­νά­του. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ πρώ­του ἀν­θρώ­που πτώ­ση, για­τί ἦ­ταν πτώ­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς θεί­ας ζω­ῆς στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ θα­νά­του.
Ἡ ἀναζήτηση
Κι ἔ­τσι πλέ­ον ἀρ­χί­ζει ἡ με­γά­λη πε­ρι­πέ­τεια τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν θέ­λη­σε νὰ θε­ω­θεῖ διὰ τοῦ Θε­οῦ, καὶ τε­λι­κὰ ἀ­πέ­τυ­χε. Μέ­σα του βέ­βαι­α ὑ­πάρ­χει ὁ πό­θος καὶ ἡ λα­χτά­ρα, καὶ δο­κι­μά­ζει ὁ ἄν­θρω­πος – σὲ μιὰ μα­κρό­τα­τη πο­ρεί­α – νὰ ξα­να­βρεῖ τὸ Θε­ό. Ἔ­φια­ξε θρη­σκεῖ­ες, φι­λο­σο­φί­ες, ὀρ­γά­νω­σε πολ­λὰ συ­στή­μα­τα, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γί­νει Θε­ός. Ἀλ­λὰ ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ἀ­πέ­βη ἄκαρ­πη. Ὁ ἄν­θρω­πος τε­λι­κὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ θε­ω­θεῖ. Κι ὅ­σο περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια τό­σο ἔ­βλε­πε πό­σο μά­ται­α ἦ­ταν ἡ προ­σπάθειά του. Ἔ­φτα­σε πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ φτά­σει στὸ κέν­τρο τῆς ἀ­λή­θειας.Κα­τά­λα­βε πολ­λὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ  γ ν ω ­ ρ ί ­σε ι  καὶ νὰ  κ ο ι ν ω ν ή σ ε ι  μὲ τὸν Θε­ό. Δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἠ­θι­κὴ πα­ρά­βα­ση, ἀλ­λὰ γιὰ μιὰ δι­α­φθο­ρὰ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος, καὶ νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας: νὰ νοι­ώ­σει ὅ­τι μὲ τὸ Θε­ὸ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει νὰ γί­νει κοι­νω­νὸς τῆς ζω­ῆς του. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ‘‘ἀρ­χαῖ­α μυ­στή­ρια­’’: ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὰ νὰ πι­στεύ­ει στὴν ὕ­παρ­ξη κά­ποι­ου Θε­οῦ, ἀλ­λὰ νὰ συ­ναν­τή­σει αὐ­τὸ τὸ Θε­ό, νὰ κοι­νω­νή­σει μὲ τὴ δι­κή Του ζω­ή. Καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα μά­ται­ο. Κι ἔρ­χε­ται κά­ποι­α στιγ­μή, σ’ ὅ­λο τὸν ἀρ­χαῖ­ο κό­σμο, ποὺ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ­ται ἡ  ἀ δ υ ν α μ ί α  τῆς αὐ­το­σω­τη­ρί­ας. Ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ μὲ τὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.Στὴ δι­κή μας, τὴν ἑλ­λη­νι­κή, πα­ρά­δο­ση ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀρ­χαί­α τρα­γω­δί­α, ἡ ὁ­ποί­α μὲ τὸν πιὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ζω­γρα­φί­ζει αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­τά­στα­ση. Δη­λα­δὴ τὴν  ἀ­ δ υ­ ν α­ μ ί­ α  τῆς αὐ­το­σω­τη­ρί­ας­τι  ν­θρω­πος δν μπο­ρε ν σω­θε μτς δι­κές του δυ­νά­μεις.

Στ δι­κή μας, τν λ­λη­νι­κή, πα­ρά­δο­ση ­πάρ­χει μι ρ­χαί­α τρα­γω­δί­α,  ­ποί­α μ τν πι κ­πλη­κτι­κ τρό­πο ζω­γρα­φί­ζει α­τν ­κρι­βς τν κα­τά­στα­ση. Δη­λα­δ τν ­δυ­να­μί­α τς α­το­σω­τη­ρί­ας.Εἶ­ναι ἡ πε­ρί­φη­μη τρα­γω­δί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου ‘‘Προ­μη­θέ­ας Δε­σμώ­τη­ς’’. Ὁ Προ­μη­θέ­ας, σύμ­φω­να μὲ τὴν τρα­γω­δί­α, ἔ­χει κλέ­ψει ἀ­πὸ τοὺς θε­οὺς τὸ ἱ­ε­ρὸν πῦρ, κι ἔ­χει κα­τα­δι­κα­σθεῖ πλέ­ον νὰ εἶ­ναι δε­μέ­νος στὸν Καύ­κα­σο κι ἐ­κεῖ νά ’ρ­χε­ται ἕ­να πτη­νὸ καὶ νὰ τοῦ τρώ­ει τὸ συ­κώ­τι. Πρέ­πει νὰ γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει μό­νος του νὰ σπά­σει τὶς ἁ­λυ­σί­δες. Ἀλ­λὰ κεῖ ποὺ πά­ει νὰ γί­νει, ἕ­να πτη­νὸ ξα­νάρ­χε­ται καὶ τοῦ ξα­να­τρώ­ει τὸ συ­κώ­τι – καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του συ­νε­χί­ζε­ται γιὰ χρό­νια, γιὰ χρό­νια, γιὰ χρό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μὴ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸν τό­ποτοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ ὁ Ἑρ­μῆς. Καὶ βλέ­πον­τας τὸν Προ­μη­θέ­α σ’ αὐ­τὴτὴν κα­τά­στα­ση, τοῦ λέ­ει ἕ­να προ­φη­τι­κό – θὰ ἔ­λε­γα – λό­γο: Πο­τὲ δὲν θὰ πά­ρουν τέ­λος τὰ δει­νά σου… Ἐ­κτὸς ἂν ὁ Θε­ὸς σὲ λυ­πη­θεῖ καὶ στεί­λει κά­ποι­ον δι­κό του νὰ σὲ σώ­σει! Ἤ, ὅ­πως εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος σο­φὸς ἀρ­χαῖ­ος, «ἐ­κτὸς ἂν Θε­ός τις, δι­ά­δο­χος τῶν σῶνπό­νων φα­νεῖ». Τί ἐκ­φρά­ζουν τὰ λό­για τοῦ Ἑρ­μῆ; Τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῶν ἀρ­χαί­ων ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν θὰ προ­έλ­θει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἄν­θρω­πο. Ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που θὰ ἔρ­θει μό­νον ἀ­πὸ τὸ Θε­ό! Κι ὅ­ταν πιὰ ὁ κό­σμος ἔ­χει ὡ­ρι­μά­σει, τό­τε θὰ ἔλ­θει τὸ πλή­ρω­ματοῦ χρό­νου… Ἂν προ­σέ­ξε­τε, τὰ Χρι­στού­γεν­να – στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ποὺ δι­α­βά­ζε­ται – θ’ ἀ­κού­σε­τε ἀ­κρι­βῶς νὰ λέ­ει: «Ὅ­ταν ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸν Υἱ­όν Του». Ποι­ό ἦ­ταν τὸ ‘‘πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου­’’; Τί ση­μαί­νει πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου; Τὸν κα­τάλ­λη­λο και­ρό. Ποι­όςἦ­ταν ὁ κα­τάλ­λη­λος και­ρός; Ὁ και­ρὸς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι κα­τά­λα­βαν τὴν  ἀ δ υ ν α μ ί α ν ὰ  σ ω θ ο ῦ ν  μ ὲ  τ ὶ ς  δ ι κ έ ς  τ ο υ ς  δ υ ν ά μ ε ι ς…
Ἡ πρόσληψη
Καὶ τό­τε τί γί­νε­ται; Τό­τε ὁ Θε­ὸς κλί­νει τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τε­βαί­νει στὴ γῆ. Τό­τε ὁ Θε­ὸς λυ­γί­ζει τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ ἔρ­χε­ται στὴ γῆ. […] Καὶ ἔ­τσι πλέ­ον φτά­νου­με στὰ Χρι­στού­γεν­να. Τό­τε ποὺ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που. Τό­τε ποὺ ὁ Θε­ὸςμπαί­νει μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου – τό­τε ποὺ ὁ Θε­ὸς μπαί­νει μέ­σα στὸ χρό­νο τοῦ ἀν­θρώ­που.
Τί ἔ­γι­νε τὰ Χρι­στού­γεν­να; «Ὁ λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το». Ὁ Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ,τὸ δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ἔρ­χε­ται νὰ προσ­λά­βει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Μὲ ποι­ό τρό­πο; Ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καὶ Μα­ρί­ας τῆς παρ­θέ­νου. […] Καὶ ἔ­τσι πλέ­ον, «ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το Θε­ός». Για­τί ὅ­μως ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το Θε­ός; Οἱ Πα­τέ­ρεςτῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς ἀ­παν­τοῦν: «Ἴ­να Θε­ὸν τὸν Ἀ­δὰμ ἀ­περ­γά­ση­ται.» Γιὰ νὰ κά­νει Θε­ὸτὸν ἄν­θρω­πο. […] Ἔ­τσι λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς μπαί­νει μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου.
Καὶ πῶς μπαί­νει; Σὰν ἕ­να βρέ­φος. Σὰν ἕ­να ἀ­δύ­να­το μω­ρό. Για­τί μπαί­νει ἔ­τσι; Ἀ­πὸ_ σ ε β α σ μ ὸ_ στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ Θε­ὸς […] μᾶς ἔ­πλα­σε ἐ­λεύ­θε­ρους. Μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­ξου­σί­α νὰ τοῦ ποῦ­με ὄ­χι – καὶ σε­βά­στη­κε τὴν ἐ­ξου­σί­α μας. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ποὺ ἔρ­χε­ται, πά­λι σέ­βε­ται τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης λέ­γει κά­που ὅ­τι «ὅ­σοι ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι». Δὲν εἶ­πε: μᾶς ἔ­κα­νε παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­πε: μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­ξου­σί­α νὰ γί­νου­με παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ – τὴν δυ­να­τό­τη­τα δη­λα­δή. Τώ­ρα (με­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση)ἂν θέ­λου­με, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με τέ­κνα Θε­οῦ. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, κλη­ρο­νό­μοι Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ νὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ἡ­μῖν Βα­σι­λεί­αν.
Ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σέ­ξου­με τὸ πῶς καὶ τὸ για­τί τῆς θεί­ας ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως. Δὲν μᾶς κα­τήρ­γη­σε σὰν ἀν­θρώ­πους. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς πεῖ: Σᾶς ἔ­πλα­σα, σᾶς ἔ­δω­σαπρο­ο­ρι­σμὸ καὶ νό­η­μα, ἐ­σεῖς ἀ­πο­τύ­χα­τε. Σᾶς κα­ταρ­γῶ λοι­πόν. Νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ αὐ­τὸ τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων – θὰ δη­μι­ουρ­γή­σω και­νούρ­γιον ἄν­θρω­πο. Ὄ­χι. Ἀλ­λὰ τίκά­νει; Ἐ­νῶ δὲν κα­ταρ­γεῖ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο, ἔρ­χε­ται νὰ ἀ­να­και­νί­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. […] Ἔ­χου­με [τώ­ρα] τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γί­νου­με μέ­λη μιᾶς και­νούρ­γιας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ νέ­ος Ἀ­δάμ. Ὁ γε­νάρ­χης τῆς και­νούρ­γιας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ και­νούρ­για ἀν­θρω­πό­τη­τα; Ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ! Τώ­ραὁ ἄν­θρω­πος, ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος, μπο­ρεῖ νὰ με­τα­βεῖ ἀ­πὸ τὸ θά­να­το στὴ ζω­ή – μπο­ρεῖνὰ γί­νει μέ­λος αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ὁ ἄν­θρω­πος, μὲ τὴ σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πέ­κτη­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ εἶ­ναι πιά, ἐ­κεῖ­νος, φο­βε­ρὸς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ θά­να­τοκαὶ στὸ δι­ά­βο­λο.
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς
Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται, καὶ ἴ­σως εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ ποὺ πρέ­πει νὰδοῦ­με; Ποι­ά ἡ δι­κή μας θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τι στὰ Χρι­στού­γεν­να. Φέ­τος, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ χρό­νου, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν οἱ γι­ορ­τές, μὲ κά­λε­σαν σὲ ἕ­να ρα­δι­ο­φω­νι­κὸ σταθ­μὸ στὴ Χαλ­κί­δα, νὰ κά­νου­με μί­α ἐκ­πομ­πή. Μοῦ ἔ­λε­γε λοι­πὸν ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ὅ­τι, ξέ­ρε­τε, πά­τερ, ἤ­μου­να μὲ μί­α πα­ρέ­α ἀ­πὸ φί­λες μου, εἴ­χα­με μί­α θλί­ψη μέ­σα μας για­τὶ οἱ γι­ορ­τὲς πέ­ρα­σαν καὶ δὲν τὶς κα­τα­λά­βα­με, καὶ αἰ­σθα­νό­μα­στε τώ­ρα πιὸ ἄ­δει­οι καὶ ὑ­λι­κά – για­τὶ πολ­λὰ ξο­δέ­ψα­με – καὶ πνευ­μα­τι­κά – για­τὶ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λά­βα­με. Τῆς εἶ­πα, τὸ κα­τα­λα­βαί­νω αὐ­τὸ ποὺ λέ­τε, για­τὶ ἁ­πλὰ δὲν γι­ορ­τά­σα­τε ἢ νὰ τὸ πῶ (λέ­ω) κά­πως ἀλ­λι­ῶς, γι­ορ­τά­σα­τε τὰ Χρι­στού­γεν­να ἀλ­λὰ  χ ω ρ ὶ ς  τ ὸ  Χ ρ ι σ τ ό. Καὶ τῆς ἔ­φε­ρα μά­λι­στα ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Λέ­ω, κά­ποι­οι ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὰ Χρι­στού­γεν­να, ψά­χνουν λοι­πὸν τὴν πα­ρα­μο­νὴ τὸ βρά­δυ νὰ δοῦν σὲ ποι­ό ‘‘ρε­βε­γι­ὸ­ν’’ θὰ πᾶ­νε – ἀλ­λὰ εἶ­ναι τρελ­λὸ πράγ­μα τε­λι­κὰ νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γι­ορ­τά­σεις τὰ Χρι­στού­γεν­να σ’ ἕ­να ‘‘κέν­τρο­’’. Εἶ­ναι τρελ­λὸ πράγ­μα νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­τι θὰ γι­ορ­τά­σεις τὰ Χρι­στού­γεν­να  τ ρ ώ γ ο ν τ α ς  τ ὴ ν  π α ­ρ α μ ο ν ή. Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ Χρι­στού­γεν­να; Καμ­μί­α ἀ­πο­λύ­τως σχέ­ση δὲν ἔ­χουν… Τὰ Χρι­στού­γεν­να γεν­νᾶ­ται ὁΧρι­στός! Ἂν τὸν θέ­λεις, θὰ πᾶς ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι. Θὰ κά­νεις αὐ­τὸ ποὺ εἴ­πα­νε, με­τα­ξύ τους,οἱ ποι­μέ­νες: «δι­έλ­θο­μεν δεῖ ἕ­ως Βη­θλε­ὲμ καὶ εἴ­δο­μεν τὸ ρῆ­μα τοῦ­το, τὸ γε­γο­νός, ὃ ἐ­λά­λη­σεν ἡ­μῖν ὁ ἄγ­γε­λος». Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ Βη­θλε­ὲμ σή­με­ρα; Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α! Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ ἄγ­γε­λος σή­με­ρα; Ἡ φω­νὴ τῆς καμ­πά­νας, ποὺ μέ­σα στὴ νύ­χτα μᾶς λέ­ει «ἰ­δοὺ εὐ­αγ­γε­λί­ζο­μαι ὑ­μῖν χα­ρὰν με­γά­λην, ἥ­τις ἔ­σται παν­τὶ τῷ λα­ῷ, ὅ­τι ἐ­τεύ­χθη ὑ­μῖνσή­με­ρον σω­τήρ». […]
Γιὰ νὰ κλεί­σου­με τὰ ὅ­σα εἴ­πα­με: Ὅ­λοι μας ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τὸν πει­ρα­σμὸποὺ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος. Ποι­ός ἀ­πὸ σᾶς ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ, ἀ­πὸ μᾶς, ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι ἀ­π’ ἔ­ξω, ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ εὐ­τυ­χή­σει στὴ ζω­ή του; Ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ ἐ­πι­τύ­χει; Γιὰ νὰ τὸ πῶ κά­πως ἀλ­λι­ῶς, ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ ζή­σει; Ὅ­λοι μας θέ­λου­με νὰ ἐ­πι­τύ­χου­με, νὰ ζή­σου­με, νὰ εὐ­τυ­χή­σου­με – μὲ μί­α λέ­ξη: νὰ θε­ω­θοῦ­με. Για­τὶαὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­τυ­χί­α στὸν ἄν­θρω­πο. Καὶ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸν πρῶ­το ἄν­θρω­πο, τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἄ­ρα καὶ γιὰ μᾶς, εἶ­ναι ἕ­να: Πῶς θὰ κα­τορ­θώ­σου­με τὴ ζω­ή μας; Εἶ­ναι τὸ ἴ­διο δί­λημ­μα: μ α ζ ὶ  μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ  μ έ σ α  ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ ἢ  χ ω ρ ὶ ς  τὸ Θε­ὸ καὶ  ἐ ν α ν τ ί ο ν_ τοῦ Θε­οῦ; Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος δο­κί­μα­σε νὰ ζή­σει καὶ νὰ θε­ω­θεῖ χω­ρὶς τὸ Θε­ό, καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἀν­τὶ νὰ θε­ω­θεῖ ἔ­πε­σε –καὶ συμ­πα­ρέ­συ­ρε ὅ­λο τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ νέ­ος Ἀ­δάμ, ὁ Χρι­στός, ἔρ­χε­ται καί(μὲ τὴν ὑ­πα­κο­ή του στὸ θέ­λη­μα τοῦ Πα­τέ­ρα) προσ­λαμ­βά­νει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση,τὴ ‘‘μπο­λι­ά­ζει­’’ μὲ τὸ θε­ϊ­κὸ ‘‘μπό­λι­’’. Θὰ τὴν πε­ρά­σει – μέ­σα ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό – στὸ θά­να­το (ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ πα­ρά­λο­γο γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο) καὶ θὰ νι­κή­σει τὸ θά­να­το, καὶ θὰ ἀ­να­στη­θεῖ, καὶ θὰ ἀ­να­λη­φθεῖ καὶ θὰ κα­θή­σει στὰ δε­ξιὰ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τέ­ρα. Ποι­ός; Ὁ Χρι­στός. Δη­λα­δή, ὁ  Θ ε ὸ ς  κ α ὶ  ὁ  ἄ ν θ ρ ω π ο ς… Ὁ Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη, ση­μαί­νει ὁἄν­θρω­πος ἀ­νέ­στη! Ὁ Χρι­στὸς ἀ­νε­λή­φθη, ση­μαί­νει ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νε­λή­φθη… Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ τρο­πά­ρια τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως λέ­νε: «Ἄγ­γε­λοι θαυ­μά­ζου­σι, ὀ­ρῶν­τες ἄν­θρω­πον ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῶν.» Ὁ ἄν­θρω­πος πλά­στη­κε κα­τώ­τε­ρος ἀ­π’ τοὺς ἀγ­γέ­λους. Καὶ ἀ­φοῦ με­τὰ τὴν πτώ­ση του προ­σε­λή­φθη ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση του ἀ­π’ τὸ Χρι­στό, πλέ­ον,στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἑ­νω­μέ­νη καὶ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, κά­θε­ται στὰ δε­ξιὰ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τέ­ρα, καὶ οἱ ἄγ­γε­λοι θαυ­μά­ζου­νε για­τὶ βλέ­πουν τὸν κα­τώ­τε­ρό τους ἄν­θρω­πο τώ­ρα νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῶν. Αὐ­τὲς οἱ δυ­να­τό­τη­τες μᾶς δό­θη­καν τὰ Χρι­στού­γεν­να. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι, θὰ τὶς ἐ­κμε­ταλ­λευ­τοῦ­με; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι, θὰ κα­τα­λά­βου­μεὅ­τι μό­νο μέ­σα ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ καὶ διὰ τοῦ Θε­οῦ θὰ φθά­σου­με στὴν πραγ­μα­τι­κή μας θέ­ω­ση;
Οἱ ἄδειοι καιροί
Κά­τι ἀ­κό­μα, τε­λευ­ταῖ­ο. Ὁ ἄγ­γε­λος μᾶς εἶ­πε ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται εἶ­ναι ὁ «σω­τή­ρας». Ἀ­πὸ τί μᾶς σώ­ζει; Τὸ ρῆ­μα «σώ­ζο­μαι» – τὸ ἑλ­λη­νι­κό­τα­το αὐ­τὸ ρῆ­μα – ση­μαί­νει γί­νο­μαι σῶ­ος, γί­νο­μαι ἀ­κέ­ραι­ος. Τί ζη­τᾶ­με λοι­πὸν στὴ σχέ­ση μας μὲ τὸ Θε­ό;Τὴ χα­μέ­νη μας ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα. Ἦ­ταν ὁ Θε­ός, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ ‘‘βά­ση­’’ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀρ­νη­θή­κα­με τὸ Θε­ό. Τί κερ­δί­σα­με; Ἀρ­νη­θή­κα­με τὸν ἄν­θρω­πο.
Τ ὸ  ἴ δ ι ο  σ υ μ β α ί ν ε ι  καὶ στὰ δι­κά μας τὰ χρό­νια. Εἴ­μα­στε στὸ τέ­λος ἑ­νὸς αἰ­ώ­να κι ἑ­νὸς πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ θε­με­λι­ώ­θη­κε στὴν ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ. Ἤ­μουν ἀ­κό­μα μα­θη­τὴς τοῦ λυ­κεί­ου ὅ­ταν οἱ «ἀ­πό­στο­λοι» κά­ποι­ων ψεύ­τι­κων πα­ρα­δεί­σων ὑ­πο­σχόν­του­σαν και­νούρ­γιο κό­σμο, κό­σμο δι­και­ο­σύ­νης καὶ ἀ­λή­θειας καὶ πα­ρά­δει­σους,ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να κοι­νὸ γνώ­ρι­σμα: Ὄ­χι στὸ Θε­ό… Καὶ κεῖ θε­με­λι­ώ­θη­κε ὁ πο­λι­τι­σμὸς αὐ­τὸς ποὺ τε­λει­ώ­νει. Ποι­ό ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Αὐ­τὸς ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἀρ­νή­θη­κε τὸν ἄν­θρω­πο! Στὸ τέ­λος αὐ­τοῦ τοῦ αἰ­ώ­να ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­νυ­πό­λη­πτο ἀ­π’ ὅ­λατὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα. Ὁ Θε­ὸς ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καὶ μπῆ­κε στὸν κό­σμο σὰν ἕ­να βρέ­φος,γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα κι ἕ­να παι­δί. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς σή­με­ρα που­λᾶ­με τὰπαι­διά μας στοὺς ἔμ­πο­ρους τῶν ναρ­κω­τι­κῶν, στοὺς παι­δε­ρα­στές, καὶ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ συ­νά­φι, τε­λι­κά, τῶν κα­κο­ποι­ῶν. Αὐ­τοὶ ὅ­μως ἐκ­φρά­ζουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τε­λει­ώ­νει. Ἀ­κρι­βῶς, ἀν­τὶ νὰ ἀρ­νη­θοῦν τὸ Θε­ό, ἀρ­νή­θη­καν τὸν ἄν­θρω­πο. Καὶ κά­ποι­οι ἀ­π’αὐ­τούς, π ε ι σ μ ω μ έ ν ο ι  γ ι α τ ὶ  δ ὲ ν  π έ τ υ χ α ν, ἐ­νῶ κά­πο­τε ἀρ­νι­όν­του­σαν τὸ Θε­ό, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­στή­μης, τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κή» τους ἰ­δι­ό­τη­τα δὲν τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ γί­νον­ται… ἀ­πο­κρυ­φι­στὲς καὶ σα­τα­νι­στὲς καὶ ὀ­πα­δοὶ τῶν ποι­κί­λων πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κῶν ὁ­μά­δων. Γιὰ νὰ φτά­σουν στὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που… Για­τὶ τε­λι­κὰ εἶ­ναι γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ ἀρ­νεῖ­ται τά­χα τὸ Θε­ό, στὸ ὄ­νο­μα τῆς λο­γι­κῆς καὶ τῆς ἐ­πι­στή­μης – τὸν προ­σω­πι­κὸ Θε­ό, τὸ Θε­ὸ ποὺ μπῆ­κε στὴν Ἱ­στο­ρί­α, τὸ Θε­ὸ ποὺ πέ­ρα­σε εὐ­ερ­γε­τῶν καὶ ἰ­ώ­με­νος πάν­τας, τὸ Θε­ὸ ποὺ κι ἂν τὸν ἀρ­νη­θεῖς θὰ φω­νά­ξουν οἱ πέ­τρες (δί­πλα σας εἶ­ναι οἱ Ἅ­γιοι Τό­ποι) – νὰ θε­ω­ρεῖς πα­ρά­λο­γο νὰ πι­στεύ­εις σ’ αὐ­τὸ τὸ Θε­ό, καὶ νὰ θε­ω­ρεῖς τώ­ρα λο­γι­κὸ τὸ νὰ λα­τρεύ­εις ἀ­πό­κρυ­φες δυ­νά­μεις. Ἀλ­λὰ ἔ­τσι κά­νει ὁ δι­ά­βο­λος: γε­λοι­ο­ποι­εῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους.
Ἔ­τσι λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­φοῦ σᾶς εὐ­χα­ρι­στή­σω γιὰ τὴν ὑ­πο­μο­νήσας, θὰ πρέ­πει νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι τὰ Χρι­στού­γεν­να τό­τε μό­νον ἔ­χουν ἀ­ξί­α γιὰ μᾶς, τό­τε ἔ­χουν ἀ­ξί­α γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ὅ­ταν γί­νουν ἡ ἀ­φορ­μή, ὁ σαρ­κω­θεὶς Θε­ὸς νὰ μπεῖ στὸχρό­νο τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς. Ὅ­ταν μπεῖ μέ­σα στὸ χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας – καὶ τὴν κό­ψει στὴ μέ­ση: στὴν πρὸ καὶ τὴν με­τὰ Χρι­στόν. Για­τὶ αὐ­τὸ δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο τὴν χρο­νο­λο­γί­α τὴ γνω­στή, ἀλ­λὰ τὴ χρο­νο­λο­γί­α τῆς δι­κῆς μας πο­ρεί­ας τῆς ζω­ῆς. Κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ οὐ­σι­α­στι­κώ­τε­ρος τρό­πος νὰ ἑ­ορ­τά­σο­με. Ὄ­χι μιὰ στιγ­μή, ὄ­χι μιὰ μέ­ρα, για­τὶ ὅ­ποι­ος ἔ­τσι ἐ­πι­χει­ρεῖ δὲν γι­ορ­τά­ζει πο­τὲ καὶ τί­πο­τα – γι’ αὐ­τὸν περ­νᾶ­νε οἱ γι­ορ­τές, κιἔ­χει μέ­σα του θλί­ψη καὶ πί­κρα. Για­τί; Νά, για­τὶ αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη «γι­ορ­τὴ» τὴ νοι­ώ­θεις ὅ­τι ἔ­χει μέ­σα της χα­ρά. Καὶ βλέ­πεις νὰ περ­νᾶ­νε οἱ μέ­ρες τῆς γι­ορ­τῆς, κι ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι ἄ­δει­ος, νὰ εἶ­σαι ‘‘ἰ­δι­ό­τρο­πος’’, νὰ εἶ­σαι ‘‘στριμ­μέ­νο­ς’’, νὰ εἶ­σαι ‘‘ἀ­νά­πο­δο­ς’’ – νὰ μὴ μπο­ρεῖς νὰ χα­μο­γε­λά­σεις σὲ κα­νέ­ναν. Ἔ, ποῦ εἶ­ναι ἡ γι­ορ­τὴ λοι­πόν, ποῦ εἶ­ναι ἡ χα­ρά;Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δὲν τὰ αἰ­σθά­νε­ται αὐ­τά; Δι­ό­τι γι­ορ­τά­ζει τὰ Χρι­στού­γε­να – ἀλ­λὰχω­ρὶς τὸ Χρι­στό. Δι­ό­τι ἀ­φή­νει τὸ χρό­νο τῆς ζω­ῆς του νὰ κυ­λά­ει στὴν κα­κο­μοι­ριὰ καὶστὸ θά­να­το, κι ὄ­χι στὴ χα­ρὰ καὶ στὴ δό­ξα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. […]
Σὲ τί σκότος τὸ φῶς
Πῶς τε­λι­κά, τὰ Χρι­στού­γεν­να θὰ γί­νουν ἡ δι­κή μας γι­ορ­τή; Τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση μᾶςτὴν ἔ­χει δώ­σει ὁ Xρι­στός, στὴν ἐ­πὶ τοῦ ὄ­ρους ὁ­μι­λί­α. Ὅ­ταν μᾶς εἶ­πε «μα­κά­ριοι οἱ κα­θα­ροὶ τῇ καρ­δί­ᾳ ὅ­τι αὐ­τοὶ τὸν Θε­ὸν ὄ­ψον­ται». Για­τὶ τό­τε πλέ­ον θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὸ Χρι­στό. Πό­τε; Ὅ­ταν ἔ­χεις κα­θα­ρὴ καρ­διά. Ἄ­ρα, λοι­πόν, ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι αὐ­τὴποὺ οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς λέ­νε. Ἡ κά­θαρ­ση τῆς καρ­διᾶς μας ἀ­πὸ τὰ πά­θη, εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει με­τὰ ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ νοῦ μας ἀ­πὸ τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιο καὶ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ  σ υ ν ε ι δ η τα ο π ο ι ή σ ο υ μ ε  καὶ νὰ  ζ ή σ ο υ με  ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ γε­γο­νό­τα, σὰν γε­γο­νό­τα τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς καὶ ἱ­στο­ρί­ας.
Εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σκε­φθεῖ­τε το τε­λεί­ως λο­γι­κά: Τί εἶ­ναι τὰ Χρι­στού­γεν­να; Μιὰ γι­ορ­τὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τί σχέ­ση ἔ­χουν τὰ Χρι­στού­γεν­να μὲ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ‘‘κέν­τρο­’’; Δὲν εἶ­ναι λοι­πὸν τυ­φλὸς ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ τῶν Χρι­στου­γέν­νων στὴν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε αἴ­θου­σα; Δὲν εἶ­ναι πα­ρά­λο­γος; Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ μιὰ σχι­ζο­φρε­νι­κὴ κα­τά­στα­ση; Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σει τὸ Χρι­στό; Τίσυμ­βαί­νει λοι­πὸν καὶ δὲν ξέ­ρει ποῦ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, καὶ δὲν ξέ­ρει ποῦ νὰ βρεῖ τὴ χα­ρά; Ὁ σκο­τα­σμὸς τοῦ νοῦ! Ὑ­πάρ­χει ἄ­πει­ρο σκο­τά­δι ἐ­δῶ [στὸ νοῦ] μέ­σα. Για­τί; Για­τὶ ὑ­πάρ­χουν τὰ ‘‘λέ­πια­’’. Ποὺ ἔ­χουν χα­λά­σει τὸ ‘‘ὀ­πτι­κὸ νεῦ­ρο­’’. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι τὰ λέ­πια;Τὰ πά­θη! Τὰ πά­θη τῶν ἀν­θρώ­πων.
Θυ­μᾶ­μαι (γιὰ νὰ δεῖ­τε μέ­χρι ποῦ φτά­νου­με, σὰν πα­ρά­δειγ­μα) ὅ­ταν κά­πο­τε ζή­τη­σα ἀ­πὸ μί­α, ἠ­λη­κι­ω­μέ­νη, γυ­ναί­κα νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ο συγ­γε­νι­κό της πρό­σω­πο – γιὰ μιὰ ἀ­στεί­α δι­α­φο­ρά – ἀρ­νή­θη­κε. Τῆς εἶ­πα λοι­πὸν πο­λὺ χον­τρά: για­γιά μου, εἶ­σαι ἕ­να βῆ­μα πρὶν ἀ­π’ τὸν τά­φο. Θὰ πε­θά­νεις καὶ θὰ πᾶς στὴν κό­λα­ση! Καὶ τί μοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ για­γιά; Στὴν κό­λα­ση νὰ πά­ω καὶ στὰ μαῦ­ρα κα­τρά­μια, αὐ­του­νοῦ δὲν τοῦ μι­λά­ω… Τό­σο πο­λὺ ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸ μέ­γε­θος τῆς τυ­φλό­τη­τας (αὐ­τὴ ἡ για­γιὰ ποὺ ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες μπρο­στὰ στὶς εἰ­κό­νες κτλ) ὥ­στε εἶ­ναι ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος στὴ ζω­ή μου ποὺ τὸν ἔ­δι­ω­ξα ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση… Τῆς εἶ­πα, σή­κω καὶ φύ­γε! Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἴ­σως τε­λι­κὰ τὴν θε­ρά­πευ­σε, για­τὶ μὲ συ­νάν­τη­σε κά­που ἀλ­λοῦ καὶ μοῦ εἶ­πε, ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι; Λέ­ω, ποι­ά εἶ­σαι; Μοῦ θύ­μη­σε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καί, ἐ­κεῖ ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γρι­έ­ψω, μοῦ λέ­ει, πῆ­γα ὅ­μως καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ μοῦ εἶ­πες.
Σκε­φτεῖ­τε λοι­πὸν πό­ση τυ­φλό­τη­τα. Ἀ­πὸ ποῦ; Ἀ­πὸ τὸν ἐ­γω­ι­σμό μας. Α ὐ τ ὸ ς μ ᾶ ς  κ ρ ύ β ε ι  τ ὴ  θ έ α  τ ο ῦ  Θ ε ο ῦ. Αὐ­τὸς μπαί­νει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς. Για­τί, ἄλ­λω­στε, ‘‘ἐ­γω­ι­σμὸ­ς’’ καὶ ‘‘ἀ­γά­πη­’’ εἶ­ναι δύ­ο πράγ­μα­τα εὐ­θέ­ως ἀν­τί­στρο­φα. Καὶ ἂν σή­με­ρα ἔ­χου­με ἀν­θρώ­πους  ἀ ν ί κ α ν ο υ ς  ν ὰ  ἀ γ α π ή σ ο υ ν  ἀ κ ό μ α  κ α ὶ  τ ὰ  πα ι δ ι ά  τ ο υ ς, εἶ­ναι για­τὶ ζοῦν μί­α πα­ρὰ φύ­σιν ζω­ή, τὴ ζω­ὴ τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς σκο­τώ­νει. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς εἶ­ναι πάν­τα δο­λο­φο­νι­κός. Σκο­τώ­νει ψυ­χὲς πρῶ­τα, καὶ κά­πο­τε καὶ σώ­μα­τα.
Ἄ­ρα λοι­πόν, γιὰ νὰ κα­τα­λή­ξου­με, αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι κα­θα­ρὲς οἱ ψυ­χές μας. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ προ­τρο­πὴ εἶ­ναι «ψυ­χαῖς κα­θα­ραῖς καὶ ἀ­ρυ­πό­τοις χεί­λε­σι» νὰ πλη­σι­ά­ζου­με. Ἂν πραγ­μα­τι­κὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει, τό­τε θὰ πρέ­πει, μὲ τὴσυμ­βου­λὴ καὶ τὴν κα­θο­δή­γη­ση κά­ποι­ου πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα, νὰ βα­δί­σου­με μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α αὐ­τὸ τὸ δρό­μο ποὺ θὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ κα­θα­ρί­σου­με τὴν ψυ­χή μας ἀ­πὸ τὰ πά­θη, γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με με­τὰ νὰ χα­ροῦ­με πα­ρου­σί­α Θε­οῦ.

Τόσο ἡ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ τῆς ὁμιλίας ὅσο καὶ ἡ ἀπομαγνωτοφώνηση τῶν κυριώτερων σημείων τῆς ὁμιλίας, ἔχουν ἀντληθεῖ τὸ πρῶτο ἀπὸ το ραδιόφωνο καὶ τὸ δεύτερο από τὸ περιοδικὸ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας.
Η εἰκονογραφικὴ πλαισίωση τῆς μετάδοσης ἔγινε ἀπὸ τὸ Ἀντίφωνο.




Δεν υπάρχουν σχόλια: