Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Η κοινωνική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας

5. Η Ρωμηοσύνη και το πνεύμα του Καπιταλισμού

Όλη η μελέτη:" Ο Καπιταλισμός ως γέννημα της Δυτικής Μεταφυσικής"

 του Σεβ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου ΕΔΩ

Σε προηγούμενες αναλύσεις είδαμε ότι ο Max Weber αναλύει διεξοδικά την σχέση μεταξύ της προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του Καπιταλισμού. Ιδιαίτερα εξετάζει τον Καλβινισμό, τον πιετισμό, τον μεθοδισμό και τις βαπτιστικές αιρέσεις και αποδεικνύει ότι, παρά τις επί μέρους διαφορές τους, έχουν το ίδιο περιεχόμενο, εμποτίζονται από τον απόλυτο προορισμό, ο οποίος επηρέασε την ατομική και κοινωνική ζωή. Οι συνέπειες της θεωρίας του απολύτου προορισμού στην ατομική και κοινωνική ζωή είναι αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε σχέσεις μεταξύ της μεταφυσικής και της κοινωνικής ζωής.

 
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Max Weber μελετά τις Προτεσταντικές αυτές ομάδες σε σχέση και αναφορά με τον Καθολικισμό. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό (καθολικισμό) εντελώς συγκαταβατικά για να γίνεται συνεννόηση, γιατί αυτούς που χαρακτηρίζουμε ως Καθολικούς στην πραγματικότητα είναι Παπικοί, Λατίνοι, Φράγκοι, ενώ οι μόνοι Καθολικοί είναι οι Ορθόδοξοι, αφού οι όροι Καθολικός και Ορθόδοξος ταυτίζονται εννοιολογικά. Το γεγονός ότι αντιτίθενται οι Προτεστάντες προς τους Καθολικούς έχει και μια άλλη παράμετρο. Οι ελεύθερες αντιλήψεις είναι αντίθετες προς την φεουδαρχία. Είναι δε γνωστόν ότι οι Λατίνοι εξέφραζαν το φεουδαλιστικό σύστημα και νοοτροπία, ενώ οι Προτεστάντες με την καπιταλιστική νοοτροπία κτυπούσαν τον φεουδαλισμό.


Ενώ σε πολλά σημεία του βιβλίου του ο Max Weber υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ του ασκητισμού των Καθολικών και του ασκητισμού των Προτεσταντών, αφού οι πρώτοι περιόριζαν την άσκηση στα Μοναστήρια, ενώ οι δεύτεροι την μετέφεραν στον κόσμο, δεν κάνει πουθενά λόγο ρητά για την Ορθοδοξία. Μόνον σε ελάχιστα σημεία αναφέρεται «στην αποστολική εποχή»[xxv] και τον «ανατολικό ησυχασμό», που τον συνδέει με μερικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης[xxvi].




Δεν ξέρει κανείς τι να υποθέση. Ή δεν γνώριζε την Ορθοδοξία και την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τα θέματα που αναπτύσσει, ή δεν ήθελε να αναφερθή σε αυτήν, πιθανόν λόγω προκαταλήψεων. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται από ότι σε μερικά σημεία των γραπτών του δίνει την εντύπωση ότι αποδέχεται ότι οι Καθολικοί εκφράζουν τον γνήσιο Χριστιανισμό.

Πρέπει να υπογραμμισθή ότι η Ορθοδοξία – Ρωμηοσύνη δεν έχει καμμιά σχέση με την προτεσταντική ηθική, όπως ρεαλιστικά την παρουσιάζει ο Max Weber, σε αναφορά με το καπιταλιστικό πνεύμα, αλλά ούτε εκφράζεται από την λατινική θεολογία. Γι’ αυτό στα επόμενα, με κάθε δυνατή συντομία θα δούμε ποιες είναι οι απόψεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πάνω στις κεντρικές θέσεις που υπογραμμίζει ο Max Weber. Θα υπογραμμίσουμε πέντε βασικά σημεία, χωρίς να παρατεθούν κείμενα Πατέρων και σχετική βιβλιογραφία, γιατί σε άλλες μελέτες μου υπάρχει άφθονο υλικό.


α) Είναι χαρακτηριστικό ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού, δηλαδή ο Καπιταλισμός ως σύστημα, δεν γεννήθηκε στον χώρο της Ανατολής, της Ρωμηοσύνης, αλλά στην Δύση. Αυτό δεν είναι άσχετο από την θεολογία και τον τρόπο ζωής που επικρατούσε στις δύο αυτές περιοχές. Στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρξε ανάγκη να αντικρουσθή το φεουδαλιστικό σύστημα με την ρατσιστική νοοτροπία, όπως επικρατούσε στην Δύση.


Πέρα από αυτό στην Ορθόδοξη Ανατολή κυριαρχούσαν οι διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας για την φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, για την κένωση και την θυσία, για το φιλότιμο και την θυσία των δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια υπήρχε ισορροπημένη κοινωνική διδασκαλία, που ήταν καρπός της γνήσιας χριστολογίας, εκκλησιολογίας και ανθρωπολογίας. Η κοινωνική αυτή διδασκαλία δεν δημιουργήθηκε ούτε λειτουργούσε ως σύστημα, αλλά ήταν τρόπος ζωής.


Τα κατ’ εξοχήν κέντρα της Ρωμηοσύνης όπου εφαρμοζόταν η γνήσια κοινωνική διδασκαλία, που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης της Χάριτος του Θεού και της πνευματικής αναγεννήσεως του ανθρώπου, ήταν τα Μοναστήρια. Στους χώρους των Μονών λειτουργούσε κατά τον καλύτερο τρόπο η κοινότητα, όπου επικρατούσε αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον, όπου η φιλαυτία αποκρουόταν με τον ασκητικό αγώνα. Η ζωή των Μοναστηριών επηρέαζε και τις ρωμαίικες κοινωνίες, ακόμη και αυτά τα ανάκτορα.


Βέβαια, στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν γεννήθηκε ούτε και ο σοσιαλισμός. Γιατί, όπως είδαμε προηγουμένως, και το σοσιαλιστικό σύστημα οργανώθηκε με ορθολογικά κριτήρια, υποτάχθηκε στην γραφειοκρατία και την όλη νοοτροπία του ανθρωποκεντρικού συστήματος.


Πράγματι, η Ορθοδοξία διαφέρει ριζικά τόσο από τον Καπιταλισμό, όσο και από τον Σοσιαλισμό, από απόψεως φιλοσοφίας, δομής και οργανώσεως, αφού και τα δύο αυτά συστήματα είναι τέκνα της δυτικής μεταφυσικής. Η κοινωνική διδασκαλία του Σοσιαλισμού συγγενεύει με την κοινωνική διδασκαλία του Χριστιανισμού, αλλά υπάρχουν δύο βασικές διαφορές. Η μία ότι η εφαρμογή της γίνεται με επαναστάσεις και νόμους και όχι με ελευθερία και αγάπη, και η άλλη ότι ο Σοσιαλισμός στις περισσότερες εκφράσεις του συνδέεται με μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, οπότε είναι αθεϊστική ιδεολογία. Οπωσδήποτε όμως, ενώ η Ορθοδοξία συγγενεύει από την πλευρά της κοινωνικής διδασκαλίας με τον σοσιαλισμό βρίσκεται σε πλήρη διαλεκτική αντίθεση με το πνεύμα του Καπιταλισμού.


Τόσο ο Καπιταλισμός όσο και ο Σοσιαλισμός είναι μεταφερόμενα και εισαγόμενα συστήματα. Και μπορεί κανείς να προσθέση ότι οι σοσιαλιστικές θεωρίες πέρασαν στην Ορθόδοξη Ανατολή, όπου επικρατούσε η Ορθοδοξία, γιατί εδώ ήταν γνωστές από χρόνια απόψεις για την δικαιοσύνη, την ισότητα, την αγάπη κλπ. Ακόμη και σήμερα οι θεωρίες του σοσιαλισμού – μαρξισμού είναι δύσκολο να επικρατήσουν στον δυτικό χώρο, γιατί εκεί κυριαρχεί το άτομο. Και σε αυτές τις ατομοκρατικές αντιλήψεις ευδοκιμεί ο Καπιταλισμός.


Επομένως, ο Καπιταλισμός δεν μπορεί να χωρέση στην διδασκαλία και τον τρόπο ζωής που επικρατεί στην Ρωμηοσύνη. Είναι γέννημα του δυτικού ανθρώπου και είναι προορισμένος γι’ αυτόν.


β) Η Ορθοδοξία δεν συνδέεται με την μεταφυσική. Είδαμε στην προηγούμενη ανάλυση ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού, όπως το αναλύει ο Max Weber, συνδέεται πολύ στενά με την θεωρία του απολύτου προορισμού, που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταφυσικής. Βέβαια, ο όρος μεταφυσική περικλείει και πολλές άλλες πλευρές που δεν θα αναλυθούν εδώ.


Μπορούμε να πούμε καλύτερα ότι η Ορθοδοξία είναι αντιμεταφυσική. Το κέντρο της ορθοδόξου ανθρωπολογίας δεν είναι ο ορθός λόγος. Χωρίς να καταργήται η λογική, υπερβαίνεται με την αποκάλυψη του Θεού, που είναι υπέρ λόγον και όχι κατά λόγον.


Η θεωρία του απολύτου προορισμού είναι απόβλητη από την θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και όσοι θελήσουν μπορούν να γίνουν υιοί του Θεού. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει «αριστοκρατία των ευσεβών». Όταν ο άνθρωπος ακολουθήση μια συγκεκριμένη μέθοδο θεραπείας, τότε μπορεί να φθάση στην θεοπτία. Έτσι, γνωρίζει τον Θεό, αποκτά ανιδιοτελή αγάπη και αγαπά όλον τον κόσμο. Όπως η ιατρική επιστήμη δεν μπορεί να είναι μεταφυσική, το ίδιο και η ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να είναι μεταφυσική.


γ) Διαφορετικές είναι οι απόψεις της Ορθοδοξίας για την εργασία και το επάγγελμα από τις απόψεις των Προτεσταντών. Η τεράστια διαφορά βρίσκεται στο ότι οι Προτεστάντες συνδέουν το επάγγελμα με την θεία Πρόνοια, την θεία εντολή, και κυρίως με τον απόλυτο προορισμό. Στην προτεσταντική ηθική το επάγγελμα, καθώς επίσης και το κέρδος που προέρχεται από αυτό, γίνεται μέσα στα πλαίσια των σεσωσμένων από τον Θεό. Στην Ορθοδοξία, εφ’ όσον δεν πιστεύουμε στον απόλυτο προορισμό, είναι επόμενο ότι δεν συνδέουμε το επάγγελμα με την απάνθρωπη αυτή θεωρία.


Έπειτα, η εργασία, καίτοι έχει την αξία της για την ζωή του ανθρώπου σε αυτόν τον βίο και μπορεί να θεωρηθή και ως πνευματικό έργο, όταν γίνεται μέσα στα γνήσια γνωσιολογικά και ησυχαστικά πλαίσια, εν τούτοις δεν ταυτίζεται απόλυτα με το εξειδικευμένο επάγγελμα. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η ιατρική επιστήμη να γίνη επάγγελμα, ούτε ακόμη και άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά εντάσσονται μέσα στην προοπτική της διακονίας. Όλοι είμαστε διάκονοι. Ο επαγγελματισμός της εργασίας, και το κυριότερο η νοοτροπία του επαγγελματισμού συνδέεται με το κέρδος, την αύξηση της παραγωγής, με οποιονδήποτε τρόπο, την εκμετάλλευση του ανθρώπου και τόσα άλλα φοβερά πράγματα.


Η άποψη ότι το επάγγελμα κάθε ανθρώπου είναι προορισμένο από την θεία Πρόνοια είναι απάνθρωπη, αφού καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου ή τον κάνει να αυθαδιάζη ακόμη περισσότερο. Ας φανταστούμε τι μπορεί να συμβή αν ο έμπορος και ο εργοστασιάρχης, ο κάθε επιχειρηματίας σκεφθή ότι η εργασία του αυτή είναι επάγγελμα που καθορίσθηκε από τον Θεό. Σε αυτήν την περίπτωση μπορούν αν δικαιωθούν όλες οι καταχρήσεις, οι αδικίες και εκμεταλλεύσεις.


Γι’ αυτόν τον λόγο η εργασία δεν ταυτίζεται απόλυτα με το επάγγελμα. Άλλωστε, η παράδοση του τόπου μας στις αγροτικές κοινωνίες και τις κοινότητες, στα Μοναστήρια, απέδειξε ότι μπορεί κανείς να εργάζεται και να προσφέρη πολλά, χωρίς να εξασκή ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Αλλά και όταν είναι υποχρεωμένος να εξασκήση ένα εξειδικευμένο επάγγελμα πρέπει να το εκλαμβάνη ως εργασία που θα γίνεται στα πλαίσια της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας.

Εξ άλλου η εργασία κάθε ανθρώπου δεν είναι αυτοσκοπός στην ζωή του. Είναι χρήσιμη, απαραίτητη για να μη περιπίπτη στην ακηδία, καθώς επίσης και αναγκαία για να τρέφη ο άνθρωπος αυτούς που έχει υπό την προστασία του, αλλά δεν είναι ο μοναδικός του σκοπός. Θεωρείται ότι είναι δώρο Θεού, και πρέπει να εξασκήται ευχαριστιακά. Σκοπός του ανθρώπου δεν είναι η δικαίωση, ούτε η επιβεβαίωση της υπάρχουσας Χάριτος στην καρδιά, αλλά η θέωσή του.


δ) Η ορθόδοξη άσκηση δεν αποβλέπει στην εκπλήρωση των καθηκόντων έναντι του Θεού, ούτε στην επιβεβαίωση ότι ανήκει κανείς στην αριστοκρατία των εκλεκτών, αλλά στην ελευθέρωση του νοός από την υποδούλωσή του στα κτίσματα.


Σε αντίθεση με τον ορθολογισμό, ρατσιοναλισμό, κατά τον οποίο κέντρο του ανθρώπου είναι ο ορθός λόγος, η Ορθοδοξία δέχεται ότι δύο είναι τα κέντρα του ανθρώπου, ο νους και ο λόγος. Ο νους έχει σχέση με τον Θεό και τα θεία, ενώ ο λόγος με τον περιβάλλοντα κόσμο. Όταν ο νους υποδουλώνεται στα κτίσματα, τότε ο άνθρωπος είναι άρρωστος ψυχικά, ψυχολογικά, πνευματικά. Η όλη ασκητική προσπάθεια αποβλέπει στην ελευθέρωση του νου από την υποδούλωσή του στην λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται με τον ορθόδοξο ησυχασμό.


Μιλώντας για τον ορθόδοξο ησυχασμό πρέπει να τον βλέπουμε μέσα από δύο προοπτικές. Πρώτον, ότι είναι εντολή του Θεού. Με άλλα λόγια, οι εντολές του Θεού δεν αναφέρονται μόνον σε εξωτερικά έργα για την εφαρμογή του καθήκοντος, αλλά και στην εσωτερική καθαρότητα, την νήψη, την ησυχία, κλπ. Δεύτερον, ο ορθόδοξος ησυχασμός δεν γίνεται μέσα στο κλίμα του ατομικισμού. Ο ησυχαστής, επειδή ελευθερώνεται από υπαρξιακές και εσωτερικές τυραννίες, είναι ο κατ’ εξοχήν ελεύθερος, γνήσιος άνθρωπος, που αγαπά όλους τους ανθρώπους αληθινά.


Επομένως, η ορθόδοξη ησυχία συνδέεται στενά με την θεραπεία του ανθρώπου, και από απόψεως μεθοδολογίας ομοιάζει με την σύγχρονη ψυχιατρική. Λέγεται αυτό από απόψεως μεθοδολογίας, γιατί από απόψεως οντολογίας και ανθρωπολογίας υπάρχει μεγάλη διαφορά. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήση έναν ψυχαναλυτή ότι με την προσπάθεια που καταβάλλει, με την ψυχοθεραπεία που ασκεί, δεν κάνει κοινωνική δράση, ότι βλέπει τον άνθρωπο απομονωμένο. Αντίθετα μάλιστα τον επαινεί γιατί τον ήδη απόκοσμο και αντικοινωνικό άνθρωπο τον βοηθά ο ψυχαναλυτής να αντιμετωπίζη σωστά τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία, να θεραπεύση την δυσλειτουργική προσωπικότητά του. Το ίδιο και περισσότερο ισχύει για την ορθόδοξη ησυχία. Ο άνθρωπος δια της ησυχίας αποβάλλει την αντικοινωνικότητά του και γίνεται αληθινά κοινωνικός, θεραπεύει τον ατομισμό και έτσι από ιδιοτελή αποκτά ανιδιοτελή αγάπη.


Μέσα σε αυτήν την προοπτική βλέπει και τον πλούτο, τα υλικά αγαθά. Δεν τα αντιμετωπίζει ούτε ειδωλολατρικά ούτε μανιχαϊκά, δηλαδή ούτε τα λατρεύει ούτε τα απορρίπτει. Όταν ο άνθρωπος είναι πνευματικά ολοκληρωμένος και στέκεται σωστά απέναντι σε αυτά, δεν βλέπει στα χρήματα καμμιά αναγεννητική δύναμη και αξία, δεν ενδιαφέρεται για την χρησιμοποίηση μεθόδων και τρόπων με σκοπό την αναπαραγωγή χρημάτων. Γι’ αυτόν μεγαλύτερη αξία έχει η προσφορά, η θυσία, η κένωση, η άρνηση των δικαιωμάτων.


Η ορθόδοξη άσκηση δεν αποβλέπει σε καμμιά ευδαιμονία, είτε ιδεαλιστική είτε υλική. Η ιδεαλιστική ευδαιμονία κυριαρχείται από την επιστροφή της ψυχής στον κόσμο των ιδεών, ενώ η υλιστική ευδαιμονία από την απόλαυση των υλικών αγαθών στην ζωή αυτή. Μάλιστα η ορθόδοξη άσκηση θεραπεύει τον άνθρωπο από τέτοιες ευδαιμονιστικές τάσεις.

Επίσης, στην Ορθοδοξία δεν διακατεχόμαστε από την έμμονη ιδέα της εκπληρώσεως του καθήκοντος. Η δυτική ηθική μας έμαθε να μιλούμε για καθήκοντα προς τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας. Εμείς μάθαμε να μιλούμε για την φυσική πορεία του ανθρώπου. Η αγάπη δεν είναι καθήκον ούτε μπορεί να περικλεισθή μέσα σε αυτήν την έννοια, αλλά φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Η έλλειψη της αγάπης είναι παρά φύσιν πορεία των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.


ε) Βέβαια, μπορεί να υπάρχουν βαπτισμένοι Ορθόδοξοι, οι οποίοι διακρίνονται στην ζωή τους από την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού, και ανήκουν στην κατηγορία των ανθρώπων που αναλύονται από τον Max Weber. Αυτοί όμως δεν είναι πραγματικά Ορθόδοξοι, δεν διαποτίζονται από την ατμόσφαιρα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, δεν είναι Ρωμηοί, αλλά βατικανίζοντες και προτεσταντίζοντες ορθόδοξοι. Το γεγονός είναι ότι όταν θέλουμε να πληροφορηθούμε για την ζωή της Εκκλησίας πρέπει να προσεγγίζουμε αυτούς που αναπνέουν μέσα στην ατμόσφαιρά της, που κολυμπούν μέσα στον ζωήρρυτο ποταμό της και δεν βυθίζονται στα στάσιμα και μολυσμένα νερά, ούτε παραμένουν στις όχθες του ποταμού.

Η Ορθοδοξία δεν έχει καμμιά σχέση με την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού. Έχει μια ολόκληρη ζωή που είναι υπέρβαση όλων των κτιστών πραγματικοτήτων, της φθοράς, ακόμη και αυτού του θανάτου.
6. Συμπέρασμα
Στην ανάλυση που προηγήθηκε έγινε προσπάθεια να παρουσιασθούν μερικές βασικές θέσεις του Max Weber, όπως αναπτύσσονται στο βιβλίο του «η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού». Φυσικά, δεν ήταν στις προθέσεις μου να γίνη κριτική θεώρηση αυτών των απόψεων.


Η σκέψη του Max Weber που περιέχεται στο βιβλίο του είναι δημιουργικά, διεισδυτική, επαναστατική, γι’ αυτό και δημιούργησε πολλές συζητήσεις από τότε που δημοσιεύθηκε μέχρι σήμερα. Ωστόσο, όμως, παρουσιάζει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία, τα οποία δεν εξετάσαμε, που δείχνουν την επίδραση της Μεταρρύθμισης στον ατομικό και κοινωνικό χώρο. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι συνδέεται στενά η θεολογία με την ιστορία, οι θεολογικές συζητήσεις με το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.


Η ανάλυση αυτή δεν είχε σκοπό να εξαντλήση το θέμα, αλλά να οδηγήση τον αναγνώστη στην προσωπική μελέτη του έργου, όπου θα διαπιστώση και άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές, καθώς επίσης θα δη πιο αναλυτικά τις απόψεις αυτές που εκθέσαμε συνοπτικά, σε μερικά δε σημεία αποσπασματικά.


Φθάνει όμως να το διαβάση μέσα από την ορθόδοξη προοπτική, και να μη συσχετίζη την προτεσταντική ηθική και την νοοτροπία των «Καθολικών» με την ορθόδοξη ζωή. Εμείς έχουμε δικά μας ρωμαίικα κριτήρια με τα οποία παρατηρούμε, διαβάζουμε και κρίνουμε τον κόσμο. Κυρίως έχουμε δική μας παράδοση, που εκφράζει την ζωή.

Πηγή:  Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας



Δεν υπάρχουν σχόλια: